Αναποτελεσματικές οι προτάσεις της Κομισιόν για την αντιμετώπιση της ενεργειακής αυτάρκειας και της ακρίβειας

0

Το πλαίσιο μέτρων αντιμετώπισης της Ενεργειακής κρίσης  που παρουσίασε η  πρόεδρος  της Κομισιόν Ούρσουλα Φον Ντερ Λάϊεν  δεν συνιστά  ουσιαστική λύση,  γι αυτό άλλωστε δεν έτυχε ικανοποιητικής αποδοχής. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο που το πρόβλημα παραπέμπεται από σύνοδο σε Σύνοδο  και δεν  αντιμετωπίζεται.

Η  ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη οξύνεται  καθημερινά και παίρνει  τεράστιες διαστάσεις λόγω φόβου για δύο μεγέθη. Πρώτον στην επάρκεια σε ενεργειακούς πόρους ιδιαίτερα μετά την διακοπή προμήθειας από Ρωσία και δεύτερο στην εκτίναξη των τιμών των ενεργειακών  αγαθών με συνέπεια και  την εκτίναξη  της ενεργειακής φτώχειας.

Όσον αφορά την επάρκεια, η διακοπή εισαγωγών από Ρωσία δημιουργεί ασφυκτική κατάσταση και δεν ανοίγει θετική προοπτική.

Η αναφορά της Κομισιόν σε λήψη μέτρων για μείωση της κατανάλωσης αλλά και μέτρα όπως η  αύξηση της ενεργειακής απόδοσης πχ  παραγωγή με τεχνολογίες χαμηλότερου κόστους (λιγνίτης, ΑΠΕ και η πυρηνική ενέργεια), είναι  μέτρα  αποσπασματικά και αναποτελεσματικά. Από πολλούς αμφισβητείται ότι ειδικά οι ΑΠΕ και η πυρηνική ενέργεια, παράγουν φτηνότερη ενέργεια, ενώ τοπικά περιβαλλοντικά κινήματα αποκλείουν την χρήση τους λόγω επιβάρυνσης του περιβάλλοντος. Πιθανή υιοθέτηση των προτεινόμενων μέτρων, μπορεί να αμβλύνει προσωρινά το ενεργειακό πρόβλημα,  αλλά δεν δίνει  αποτελεσματική και αξιόπιστη λύση σε ένα πρόβλημα  τέτοιου μεγέθους.

Το ενδιαφέρον αυτής της περιόδου, όπως παραδέχεται  η Κομισιόν είναι πως κατατίθενται και πρωτοφανείς προτάσεις όπως ρυθμιζόμενες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας αδιανόητες σε προηγούμενη περίοδο. Η εξέλιξη αυτή εξηγείται με βάση τα σημερινά αδιέξοδα, αλλά και λόγω του πολλαπλασιασμού των  φωνών που ζητούν άρση νεοφιλελεύθερων μέτρων όπως το χρηματιστήριο Ενέργειας, αλλά  αντίθετα προώθηση μέτρων όπως η εθνικοποίηση της ΔΕΗ και άλλων σημαντικών ενεργειακών  φορέων

Στην κατεύθυνση της επάρκειας είναι σημαντική η προώθηση των ερευνών για εγχώριους πόρους με σεβασμό στο περιβάλλον και στις τοπικές κοινωνίες, αλλά και η ανάπτυξη και όχι κατάργηση εμπορικών σχέσεων με χώρες (πχ Ρωσία, Ιράν, Καζαχστάν Σαουδική Αραβία, Λιβύη κλπ) που διαθέτουν πλούσια αποθέματα ενεργειακών πόρων

Όμως δεν βλέπουμε ενδιαφέρον της Κομισιόν και αναφορά σε αυτά, ενώ είναι αδιανόητη η διακοπή εμπορικών σχέσεων με Ρωσία όταν η Ευρώπη προμηθευόταν μέχρι χτες από Ρωσία περίπου 150 δις. κυβικά μέτρα ανά έτος. Δηλαδή ποσότητες που  δεν είναι εύκολο να αντικατασταθούν και αυτό αποδεικνύεται από τις άκαρπες πρωτοβουλίες της τελευταίας περιόδου.

Με βάση τα δεδομένα,  η  εκτίμηση της  Κομισιόν είναι ότι χρειάζεται στοχευμένη βοήθεια προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά μέσω ενός πλαφόν στην ηλεκτροπαραγωγή πλην του αερίου όπου υπάρχουν υπερκέρδη, αλλά και της φορολόγησης των υπερκερδών στα ορυκτά καύσιμα. Όμως  η Επιτροπή παρά τις αντιδράσεις αποφεύγει να αναθεωρήσει τη θέση για επιβολή  πλαφόν μόνο στο ρωσικό αέριο ενώ  έχει κατατεθεί αντιπρόταση εφαρμογής γενικού πλαφόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χονδρεμπορικές αγορές αερίου, συμπεριλαμβανομένου και του εικονικού hub στην Ολλανδία.

Όσον αφορά την εκτίναξη των τιμών η λύση βρίσκεται στην αμφισβήτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και η ενίσχυση της παρεμβατικής πολιτικής που φαίνεται να κερδίζει έδαφος και να γίνεται σταδιακά πιο δημοφιλής.

Ίσως ξενίζει αλλά είναι έγκυρες οι  πληροφορίες του Bloomberg για το ξεκίνημα κρατικοποιήσεων από την κυβέρνηση της Γερμανίας, με προφανή στόχο τη διάσωσή τους, της Uniper και δύο ακόμα μεγάλων εταιρειών εισαγωγής φυσικού αερίου, της VNG και της Securing Energy for Europe GmbH, τέως Gazprom Germania GmbH.

Δεν είναι λοιπόν δυνατό να μη σχολιάσουμε το γεγονός πως, έστω με μεγάλη καθυστέρηση και δυστοκία χώρες της ΕΕ υιοθετούν μέτρα κρατικής παρέμβασης στις αγορές ενέργειας, αποδεχόμενες ευθέως αστοχία των αγορών.

Από την άλλη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή  μάλλον δεν θέλει να δει το θέμα κατάματα και αναμένει βοήθεια τις ΗΠΑ. Έτσι  είναι δύσκολο  να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Η τοποθέτηση της προέδρου της Κομισιόν, δείχνει πως η EE προσπαθεί με «αστεία» μέτρα, με ασπιρίνες, να αντιμετωπίσει την ενεργειακή κρίση.

Τα προτεινόμενα μέτρα μπορεί να μετριάσουν το πρόβλημα της επάρκειας, αποκλείεται όμως να αντιμετωπίσουν την ακρίβεια, την εκτίναξη των τιμών και την ενεργειακή φτώχεια.

Κλείνοντας, αναφερόμενοι στην Ελλάδα, θεωρούμε πως για το συμφέρον της,  οφείλει να εξετάζει το ενεργειακό πρόβλημα με βάση τα χαρακτηριστικά που έχει η χώρα και η οικονομία μας. Δεν πρέπει να δρα με βάση τις επιδιώξεις και επιθυμίες τρίτων αλλά με βάση τον δικό της εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό.