Χίλαρι Κλίντον και Μελόνι, ή πώς το σύστημα «εξαγνίζει» την Ακροδεξιά (του Γιώργη-Βύρωνα Δάβου)

0
Όπως συνέβη από την εποχή του Μουσολίνι (μακρύ χέρι των βιομηχάνων) ή με τον Χίτλερ η ακροδεξιά δεν είναι απεχθής στους οικονομικούς κύκλους.

Η πρόσφατη συνέντευξη της Χίλαρι Κλίντον στην Corriere della Sera, που ουσιαστικά αποκαθάρει την φασίζουσα πλευρά της Τζόρτζα Μελόνι, ηγέτιδας του ακροδεξιού «Αδέλφια της Ιταλίας», τονίζοντας μόνον τη γυναικεία πλευρά της επίδοξης νέας πρωθυπουργού, ηχεί ως μήνυμα αποδοχής κι υποδοχής της από το πολιτικο-οικονομικό κατεστημένο, ντόπιο και ξένο.

Το εννοιολογικό άλμα της Κλίντον, ότι «μία εκλογή της Μελόνι θα αποτελέσει ρήξη με το παρελθόν» , χωρίς να υπεισέρχεται στις ιστορικές εμπειρίες αναλόγων ρήξεων που είχαν παλιότερα εμπιστευθεί το Κεφάλαιο και οι πολιτικές κάστες, τόσο της Ιταλίας, όσο κι άλλων χωρών, αποδεικνύει την παλιά και οδυνηρή αλήθεια πως οι εκάστοτε φασισμοί είναι χρήσιμοι και εξυπηρετούν – παρά τις μαυλιστικές διακηρύξεις τους – τα συμφέροντά τους, που ουδέποτε όταν ήλθαν στην εξουσία καταπολέμησαν.

Η παρέμβαση μίας εκπροσώπου του κατεστημένου στις ΗΠΑ όπως η Κλίντον, δεν αποτελεί σαφώς μία προσέγγιση της ίδιας πάνω στη συντηρητική ιδεολογία, αλλά μία πράξη ευθυγραμμισμένη στα συμφέροντα της τάξης που συντηρεί ανάλογα τόσο την «προοδευτική»  παλιά υποψήφια πρόεδρο των ΗΠΑ, όσο και την ακροδεξιά υποψήφια για την πρωθυπουργία στην Ιταλία.

Άλλωστε, τον τελευταίο καιρό και με βάση το προσεκτικό και στη σύνταξη και τη διατύπωσή του, πρόγραμμα της Μελόνι, τα συστημικά ερείσματα στην Ιταλία έχουν χαλαρώσει τις αρχικές επιθέσεις τους ενάντια στη Μελόνι. Και όπως φαίνεται δεν είναι μόνον ο δημοσκοπικός καλπασμός της,  που τη φέρνει δύο μονάδες (24 έναντι 22%) μπροστά από το σοσιαλ-κεντρώο Pd, που συνδράμει ώστε να αρθούν οι όποιοι ενδοιασμοί των κέντρων και παρακέντρων της εξουσίας. Οι διαβεβαιώσεις της Μελόνι ότι θα τηρήσει τα «θέσμια» στην εσωτερική πολιτική και οικονομία, αλλά κυρίως η δήλωση πίστης στον ευρωπαϊσμό και ιδίως στον ατλαντισμό (υπέρ των εξοπλισμών και των κυρώσεων στη Μόσχα) έχουν πείσει πλέον αυτά τα κέντρα πως είναι σύμμαχός τους. Και ο τόνος στη συνέντευξη της Κλίντον στην ιταλική εφημερίδα, απώτερο στόχο έχει να καταδείξει και στους Ευρωπαίους τη «νομιμοφροσύνη» της.

Άλλωστε η Μελόνι έχει παίξει αριστοτεχνικά το παιχνίδι της νομιμότητας. Η αντιπαράθεσή της με τον συνεταίρο της στην ακρο-κεντροδεξιά παράταξη Ματέο Σαλβίνι για τις κυρώσεις κατά της Μόσχας, που ο πρώτος (ξανα)σκέπτεται, αλλά η ίδια ξεκαθάρισε πως υποστηρίζει, έχει αφήσει μόνον ύποπτο για παρεκκλίνουσες συμπεριφορές τον επικεφαλής της Λέγκας και την ίδια στο απυρόβλητο. Εξάλλου, η Μελόνι έχει ταχθεί, όπως θέλουν από καιρό οι βιομήχανοι της Confidustria κατά του ελάχιστου εγγυημένου επιδόματος και της φορολογίας στις επιχειρήσεις, ενώ τάσσεται κατά του «ανήθικου» χρέους και δανεισμού για τις κρατικές δαπάνες! Μάλιστα, στην πρόσφατη παρουσία της στο ετήσιο συνέδριο στο Τσερνόμπιο (κάτι σαν τις προγραμματικές ομιλίες στη δική μας ΔΕΘ) η ακροδεξιά ηγέτιδα ανοικτά «μίλησε τη γλώσσα» του επιχειρηματικού κόσμου, αναπτύσσοντας το όραμά της, όπως διαπίστωσαν όλοι οι σχετικοί κύκλοι.

Πλέον στα μόνα ψεγάδια που οι αντίπαλοί της μπορούν ακόμη να εστιασθούν είναι οι υπερσυντηρητικές απόψεις της για τις γυναίκες και τα δικαιώματά τους, κάποια σημεία που αφορούν τα κοινωνικά δικαιώματα και η εμμονή της για αλλαγή της εκλογής προέδρου της δημοκρατίας απευθείας από τον λαό. Η Μελόνι ακολουθεί πιστά την κλασική γραμμή όλων των νεοφασιστικών κομμάτων: μιλά ταυτόχρονα τη γλώσσα των επιχειρηματιών και του πατριωτισμού. Υπόσχεται τα πάντα για την οικονομική ανάκαμψη του «έθνους», που θα διαβαίνει μέσα από την προστασία του ελεύθερου επιχειρείν, που συμβάλλει στην εξύψωση του έθνους και ταυτόχρονα σαλπίζει την υπερηφάνεια και τον πατριωτισμό, που θα απορρέει από τη λαϊκή «απόφαση» (η οποία θα εξαντλείται φυσικά στην εκλογή του προέδρου) και την «ασφάλεια» των κλειστών λιμανιών για τους μετανάστες. Η επίκληση της ασφάλειας εξάλλου συμβαδίζει με τη βορειοτλαντική αντίληψη για τους εξοπλισμούς και την άμυνα της Δύσης και της Ευρώπης από τις εξ ανατολών απειλές.

Όπως συνέβη από την εποχή του Μουσολίνι (ο οποίος χρησίμεψε ως μακρύ χέρι των βιομηχάνων για να καταστείλουν τις απεργίες και καταλήψεις της «κόκκινης διετίας») ή με τον Χίτλερ η ακροδεξιά δεν είναι απεχθής στους οικονομικούς κύκλους. Ακόμη καλύτερα δε, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, αν μπορεί το σύστημα να εντάξει την ακροδεξιά στον Κοινοβουλευτισμό και τις κυβερνήσεις (όπως στα καθ’ ημάς τρεις εκπρόσωποί της βρίσκονται σήμερα σε τρία από τα νευραλγικότερα υπουργεία, που σχετίζονται και με τα συμφέροντά τους στις επενδύσεις και ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις, τις εσωτερικές ρυθμίσεις και θεσμικές αποφάσεις και τον χρυσοφόρο τομέα της Υγείας).

Επιπλέον, ο «ενωτικός» φασιστικός εθνικισμός της Μελόνι είναι προτιμότερος και πιο σίγουρος από τον φυγόκεντρο και ύποπτο για αυτονομισμό, τοπικισμό του Σαλβίνι, που μπορεί να απειλήσει τη διαίρεση της Ιταλίας. Σε μία οικονομική συγκυρία, όπου η μεσαία τάξη κι οι εργαζόμενοι έχουν χάσει μεγάλο τμήμα από το εισόδημά τους και αισθάνονται απογοητευμένοι από την Ε.Ε. και τον ατλαντισμό με την πολιτική του στην Ουκρανία, η Μελόνι μπορεί κάλλιστα να εξανδραποδίσει τη διάχυτη αγανάκτηση.

Ψηφίζοντας ένα κόμμα που βρέθηκε στην αντιπολίτευση του Ντράγκι και του «επιχειρηματικού κεϋνσιανισμού του», που φρόντισε μόνον τις μεγάλες επιχειρήσεις, τα μονοπώλια και τις ξένες επενδύσεις, ο ψηφοφόρος της Μελόνι πέρα από τον πατριωτισμό μπορεί με τρόπο μαγικό να δει την αντίδρασή του να μεταλλάσσεται σε μία ψήφο εμπιστοσύνης σε εκείνα που θέλησε να καταδικάσει. Όπως είχε αποδειχθεί και στο παρελθόν, τόσο το MSI του Αλμιράντε, αλλά και οι κατοπινές μεταλλάξεις του (Εθνική Συμμαχία του Φίνι και η τωρινή των Αδελφιών της Ιταλίας), έχουν στηρίξει  έμμεσα ή άμεσα κυβερνήσεις συνεργασίας (ιδίως του Μπερλουσκόνι), όποτε υπήρχε ανάγκη. Οι επιχειρηματικοί κύκλοι ιδίως το γνωρίζουν αυτό καλά και οι διαβεβαιώσεις της ακροδεξιάς ηγέτιδας τους καθησυχάζουν για την περίπτωση μίας πιθανής έκπληξης που ενδέχεται να προκύψει από τις κάλπες.

Με τη Μελόνι πρόθυμη να ενταχθεί στην προδιαγεγραμμένη οικονομική πορεία της Ιταλίας, απομένει μόνον να απαλλαχθεί η εικόνα της από την όποια υποψία αντιευρωπαϊσμού, που έχει καλλιεργηθεί από τις σχέσεις της με τον Στιβ Μπάνον, το ισπανικό Vox, παλιότερα με τον Βίκτορ Όρμπαν. Δεν είναι τυχαίο, που σταδιακά και όσο πλησιάζουν οι εκλογές, προσωπικότητες, στενά συνδεδεμένες με τα επιχειρηματικά συμφέροντα, όπως η υπουργός στην κυβέρνηση τεχνοκρατών του Μάριο Μόντι, Έλσα Φορνέρο, αρχιτέκτονας του διαβόητου και  καταστροφικού πακέτου για το ασφαλιστικό και τις συντάξεις, σπεύδουν να εξυμνήσουν τη «συνετή» και «διορατική» πολιτική της Μελόνι. Η συνεπικουρία της Κλίντον στη «γυναίκα» πολιτικό Μελόνι (αν και τα πιστεύω της για την οικογένεια και τις αμβλώσεις είναι εντελώς διαφορετικά) φέρνει την επιχείρηση αποκάθαρσης σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ