Προϋπολογισμός 2022: τροφοδοτεί ανισότητες και λαϊκή δυσαρέσκεια

0

 Προϋπολογισμός 2022: τροφοδοτεί ανισότητες και λαϊκή δυσαρέσκεια

Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ Οικονομικών

Εισαγωγή.

Ο Προϋπολογισμού 2022, δεν φέρνει απολύτως κανένα ελπιδοφόρο μήνυμα αλλαγής των κατευθύνσεων της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής. Διαιωνίζει τις ανισότητες και θα διευρύνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, προβλέπονται μέτρα και ρυθμίσεις που εντείνουν την άνιση διανομή και αναδιανομή εισοδήματος, ενώ ενισχύονται ποικιλοτρόπως τα κέρδη κυρίως των μεγάλων επιχειρήσεων και πολυεθνικών ομίλων. Ιδιαίτερα ανάλγητες είναι οι περικοπές κοινωνικών δαπανών (υγείας, παιδείας, πρόνοιας, πολιτισμού κλπ), ενώ αυξάνονται οι επιχορηγήσεις προς ιδιώτες («εθνικούς» και ξένους επενδυτές), παράλληλα με συνέχιση της ιδιωτικοποίησης κερδοφόρων τομέων της δημόσιας περιουσίας.

1.Φορολογικά έσοδα και «φορολογικά υποζύγια»

Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού 2022, τα συνολικά έσοδα προβλέπεται να ανέλθουν 55,4 δις € (σε σχέση με 50,9 δις/2021 και 47,5 δις/2020), ενώ οι συνολικές δαπάνες θα φθάσουν 65,6 δις (σε σχέση με 70,8 δις/2021 και 68,7 δις/2020). Κύρια πηγή εσόδων τα έσοδα από φόρους (από 46,6 δις/2021 σε 50,1 δις/2022) και κυρίως από έμμεσους (από 26,2 δις σε 28,5 δις, κυρίως ΦΠΑ, ειδικούς φόρους κατανάλωσης, κά). Επίσης σημαντική προβλέπεται η αύξηση των φόρων εισοδήματος (από 14,1 δις σε 15,4 δις) κυρίως φυσικών προσώπων (από 9,7 δις σε 10,4 δις), που στη μεγάλη τους πλειοψηφία προέρχονται από μισθωτούς και συνταξιούχους. Από την άλλη οι φόροι νομικών προσώπων (κυρίως ΑΕ και ΕΠΕ), θα αυξηθούν πολύ λιγότερο (από 3,2 δις σε 3,8 δις). Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ποσοστό του ΑΕΠ, οι φόροι νομικών προσώπων από 2,5% του ΑΕΠ το 2019, θα περιοριστούν στο 2% (4,5 δις/2019 με ΑΕΠ 183,5 δις, ενώ το 2022 φόροι ΝΠ 3,8 δις με προβλεπόμενο ΑΕΠ 187,3 δις).

Τα σκανδαλώδη φορολογικά προνόμια (εφοπλιστών, τραπεζιτών, κά), η παροχή φορολογικών κινήτρων σε μεγάλους κεφαλαιούχους που αποτελούν τη «νόμιμη» φοροαποφυγή, διατηρούνται, ενώ παραμένει ανέγγιχτη η παράνομη φοροδιαφυγή που γίνεται μέσω ‘off-shore’ εταιριών σε «φορολογικούς παραδείσους» από εγχώριους και ξένους κεφαλαιούχους (πολυεθνικές) που δρουν στην Ελλάδα και δηλώνουν τυπικά ως έδρα της μητρικής εταιρίας τη χώρα-«φορολογικό παράδεισο». Μια εικόνα της ασύλληπτης φοροδιαφυγής δίνουν οι αποκαλύψεις των «Pandora Papers» του διεθνούς δικτύου ερευνητών δημοσιογράφων (ICIJ). Το ύψος του αφορολόγητου πλούτου που κρύβεται σε αυτούς τους ‘παραδείσους’ ήταν το 2020 πάνω από 11,3 τρις δολ., ενώ το ύψος της φοροδιαφυγής τα 427 δις δολ. Ανάμεσα στους εκλεκτούς της διεθνούς ολιγαρχίας και 283 έλληνες!!

2.Δημόσιες δαπάνες με συρρίκνωση «κοινωνικών»

Η νεοφιλελεύθερη πολιτική συρρίκνωσης των κοινωνικών δαπανών εκδηλώνεται ιδιαίτερα έντονα στον τομέα της υγείας. Σε συνθήκες πανδημίας, αντί για ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ έχουμε τάσεις συρρίκνωσης δαπανών σύμφωνα με τη «λογική» του υπουργού Επικρατείας Ά.Σκέρτσου, ότι «δεν υπάρχει λόγος να δημιουργήσουμε ένα πολυτελές σύστημα υγείας».! Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού οι κεφαλαιακές μεταβιβάσεις από το κράτος προς Νοσοκομεία & ΠΦΥ, από 1.741 εκατ. το 2021, περιορίζονται σε 1.462 εκατ. το 2022, ενώ από τον ΕΟΠΥΥ παραμένουν στα ίδια επίπεδα (902 εκατ. €). Ειδικότερα οι αμοιβές σε εργαζόμενους από 751 εκατ. μειώνονται σε 690 εκατ.

Παράλληλα οι μεταβιβάσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης (ΟΚΑ), από 21,5 δις/2021, μειώνονται σε 20,4 δις/2022. Ειδικότερα οι δαπάνες παροχής επιδόματος ανεργίας από τον ΟΑΕΔ από 654 εκατ./2021, μειώνονται σε 505 εκατ./2022, οι παροχές υγείας ΕΟΠΥΥ από 504 εκατ., σε 436 εκατ., και οι παροχές προνοιακού χαρακτήρα από 3.778 εκατ./2021, σε 3.595 εκατ./2022.  Όσο για τις δαπάνες μισθοδοσίας προσωπικού στις δημόσιες υπηρεσίες, προβλέπεται οριακή αύξηση 1% (από 13,5 δις/2021 σε 13,6 δις/2022), τη στιγμή που ο πραγματικός τιμάριθμος τρέχει κατά μέσο όρο 3% και σε βασικά είδη (τρόφιμα, καύσιμα κά) είναι πολλαπλάσιος. Τέλος μειωμένες προβλέπονται και οι επιχορηγήσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό, στους ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού (από 2,9 δις, σε 2,8 δις), ενώ οι δημοτικοί φόροι και τέλη θα αυξηθούν, από 501 εκατ., σε 552 εκατ. €.

3.Η ανάπτυξη παραμένει ….ζητούμενο !

Στο νέο προϋπολογισμό γίνεται μεγάλος θόρυβος «περί ανάπτυξης» στηρίζοντας τις ελπίδες στα κονδύλια του λεγόμενου ‘Ταμείου Ανάκαμψης’ της ΕΕ. Ωστόσο η πορεία του ΑΕΠ από το 2019 και οι προβλέψεις του 2022, δείχνουν διάψευση των κυβερνητικών προσδοκιών. Η μεγάλη μείωση του ΑΕΠ (-7,1%) το 2020, αναπληρώθηκε ‘εν μέρει’ από την αύξηση του κατά το 2021, αλλά είναι αμφίβολο αν το 2022, ξεπεράσει σε πραγματικές τιμές το επίπεδο του 2019. Γιαυτό με οικονομικοτεχνικούς όρους μπορούμε να μιλάμε απλώς για ‘ανάκαμψη’ και όχι ανάπτυξη. Ειδικότερα οι δαπάνες δημοσίων επενδύσεων παραμένουν ουσιαστικά στάσιμες (από 10,6 δις το 2020, σε 8,9 δις το 2021, ενώ το 2022 προβλέπονται 10,9 δις, συμπεριλαμβανομένων και των 3,2 δις του Ταμείου Ανάκαμψης. Η βασική παράμετρος της ανάπτυξης, η ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση, προβλέπεται το 2022 να αυξηθεί σε χαμηλότερο βαθμό σε σχέση με το 2021 (ιδιωτική, από 3,3% σε 3% και η δημόσια, από 4,1% σε  -2,8%). Παράλληλα προβλέπεται σχετική μείωση του ρυθμού αύξησης των εξαγωγών σε σχέση με το 2021, ενώ η κατανάλωση των λαϊκών νοικοκυριών, με την οριακή αύξηση 1% του κατώτατου μισθού, δεν μπορεί να δώσει ώθηση στη ζήτηση και παραπέρα δυναμική στην αύξηση του ΑΕΠ.

Η λογική του φθηνού εργατικού κόστους, ως μοχλού ανάπτυξης και μείωσης της ανεργίας, διαψεύδεται τόσο πρακτικά, όσο και θεωρητικά. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ένας από τους τρεις ερευνητές που πήραν φέτος το βραβείο Νόμπελ Οικονομίας (Ντέιβιτ Καρν), απέδειξε στις έρευνες του ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν οδηγεί απαραίτητα σε αύξηση της ανεργίας. Στην Ελλάδα η ανεργία παραμένει σε υψηλά επίπεδα (15,9%) και η μείωση του κατώτατου μισθού το 2012 κατά 22% (από 751 σε 586 €) όχι μόνο δεν έφερε μείωση της ανεργίας, αλλά αντίθετα λόγω κρίσης εκτοξεύτηκε πάνω από 20%. Ούτε επίσης εξασφάλισε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Το μόνο που πέτυχε ήταν η προστασία της κερδοφορίας των μεγάλων κυρίως επιχειρήσεων (ο δείκτης κερδών των εταιριών ΑΕ & ΕΠΕ μετά την ανάκαμψη τους από το 2016 είχαν το 2020 μια υποχώρηση λόγω lock-down και επανήλθε το 2021 στο επίπεδο του 2018). Όλα τα παραπάνω, και σε σύνδεση πάντα με τις αβεβαιότητες εξέλιξης της πανδημίας, δείχνουν ότι το 2022, εφ’ όσον δεν υπάρξουν ισχυρές λαϊκές αντιστάσεις, θα είναι μια ακόμα δύσκολη χρονιά για τους μισθωτούς, συνταξιούχους και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

4.Δημόσιο χρέος και δημοσιονομική πειθαρχία

Ο νέος προϋπολογισμός δεν εξισορροπεί τα έσοδα με τις δαπάνες. Έτσι προβλέπεται έλλειμμα -4,6 δις (ή -2,5% του ΑΕΠ), σε σχέση με έλλειμμα -14,3 δις/2021 (ή -8,1% του ΑΕΠ) και -15,4/2020 (ή -9,4%), σε σχέση με πλεόνασμα 4,1 δις (ή 2,2% ΑΕΠ) το 2019. Η προσωρινή αναστολή του «Συμφώνου Σταθερότητας» σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, έδωσε στην Ελλάδα μια προσωρινή ανάσα από τη θηλιά του δημόσιου χρέους. Όμως η σχεδιαζόμενη επαναφορά του σε ισχύ από το 2022, θα φέρει και πάλι την ανάγκη πρωτογενών πλεονασμάτων, με αναπόφευκτη συνέπεια την εφαρμογή νέων Μνημονιακών μέτρων λιτότητας. Από την άλλη οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, απορροφούν κάθε χρόνο μεγάλα ποσά (το 2020 ανήλθαν 17,8 δις και το 2021 σε 18,1 δις), ενώ στο ίδιο περίπου ύψος υπολογίζεται να διαμορφωθούν το 2022.

Όσον αφορά το ύψος του δημόσιου χρέους, παραμένει δυσθεώρητο.! Ειδικότερα το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, από 331 δις το 2019, ανέβηκε σε 341 δις/2020, σε 350 δις/2021 και προβλέπεται 355 δις/2022, ενώ σε ποσοστό του ΑΕΠ από 187,7%/2019, σε 208,3%/2020 και σε 197,1%/2021, ενώ το 2022 θα ανέλθει σε 189,6% του ΑΕΠ. Κατά συνέπεια η ανάγκη απομείωσης του μεγαλύτερου μέρους του χρέους παραμένει ζωτική ανάγκη, για την επιβίωση του ελληνικού λαού και ιδιαίτερα της νέας γενιάς. Όσο για τις ιδιωτικοποιήσεις (ξεπούλημα κερδοφόρων τομέων της δημόσιας περιουσίας) συνεχίζεται, με τελευταία περίπτωση τη πώληση μεγάλου πακέτου μετοχών της ΔΕΗ και μετατροπή του δημοσίου σε μέτοχο μειοψηφίας. Οι εισπράξεις από τις ιδιωτικοποιήσεις τα τελευταία χρόνια προσέγγισαν τα 2 δις (1,210 εκατ./2019, 45 εκατ./2020, 638 εκατ./2021), ενώ το 2022 προβλέπονται 2,1 δις.

5.Εναλλακτική απάντηση

Ο νέος Προϋπολογισμός 2022, αποτελεί έναν από τους κυριότερους μοχλούς εφαρμογής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, παράλληλα με τους άλλους μοχλούς (νομισματικής, εισοδηματικής, αναπτυξιακής κλπ πολιτικής) οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό καθορίζονται από τις γενικότερες κατευθύνσεις της πολιτικής της ευρωζώνης και της ΕΕ, ιδιαίτερα μάλιστα που η χώρα βρίσκεται υπό καθεστώς επιτήρησης. Κατά συνέπεια ριζική στροφή στην ασκούμενη οικονομική πολιτική, προϋποθέτει αλλαγή κυβέρνησης που θα εφαρμόσει οικονομική πολιτική με κριτήριο τις ανάγκες του ελληνικού λαού και συνολικά της χώρας. Ωστόσο οι κοινωνικές αντιστάσεις και οι αγωνιστικές διεκδικήσεις των εργαζόμενων, μπορούν να έχουν θετικό αποτέλεσμα και να βελτιώσουν τη θέσης τους, μέχρι την ουσιαστική αλλαγή του χαρακτήρα διακυβέρνησης.

Ειδικότερα σε σχέση με τον Προϋπολογισμό, το βασικό αίτημα παραμένει η δικαιότερη κατανομή φορολογικών βαρών, με μείωση της έμμεσης φορολογίας, καθώς της φορολογίας μισθωτών-συνταξιούχων. Την αύξηση των κοινωνικών δαπανών στους τομείς υγείας, παιδείας, πρόνοιας, πολιτισμού, περιβάλλοντος και υποδομών. Επίσης το δραστικό περιορισμό της φοροδιαφυγής και της φοροκλοπής, κατάργηση φορολογικών προνομίων, στήριξη προγραμμάτων ανάπτυξης και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Πάνω από όλα χρειάζεται άμεση αποκατάσταση του κατώτατου μισθού στο ύψος των 751 € για τόνωση της ζήτησης, της παραγωγής, της απασχόλησης και μείωσης της ανεργίας. Οι επιτυχίες των τελευταίων αγωνιστικών κινητοποιήσεων των εργαζόμενων (εστίαση, ακτοπλοΐα, εκπαίδευση) δείχνουν  ότι με ενωτικούς αγώνες και τη λαϊκή αλληλεγγύη, μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για μια ελπιδοφόρα προοπτική του ελληνικό λαό και ιδιαίτερα της νέας γενιάς.

28.11.2021