Απόφαση ΠΓ ΛΑΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ: Για τις πολιτικές εξελίξεις και τα πολιτικά και κοινωνικά μέτωπα της περιόδου

0

Οκτώβρης 2021

Απόφαση ΠΓ ΛΑΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Για τις πολιτικές εξελίξεις και τα πολιτικά και κοινωνικά μέτωπα της περιόδου

 

Οι διεθνείς εξελίξεις, εν μέσω τριπλής κρίσης, υγειονομικής – οικονομικής – κλιματικής, εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από ένταση της γεωπολιτικής  ρευστότητας και των ανταγωνισμών αλλά και από μία εξελισσόμενη διαδικασία διαμόρφωσης ενός νέου πολυπολικού κόσμου με τις ΗΠΑ σε υποχώρηση στο ρόλο της ως μόνη υπερδύναμη, όπως φάνηκε και από τη νέα ήττα και άτακτή υποχώρησή τους από το Αφγανιστάν.

 Ωστόσο, οι ΗΠΑ παραμένουν ιμπεριαλιστική υπερδύναμη, με σταθερούς τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής της. Σε αυτή τη φάση, αναπροσαρμόζουν την στρατηγική και κατά συνέπεια και την τακτική τους δίνοντας βάρος στην αντιπαράθεση κυρίως με την Κίνα, για την οποία εκτιμούν ότι, ήδη, τους αμφισβητεί την παγκόσμια ηγεμονία τους. Η πρόσφατη στρατιωτική συμφωνία των ΗΠΑ με την Βρετανία και την Αυστραλία εναντίον της Κίνας (AUKUS) – με άδειασμα μάλιστα της Γαλλίας και της ΕΕ – επιβεβαιώνει αυτή την εκτίμησή μας.

Παράλληλα, οι ΗΠΑ συνεχίζουν την διπλωματία των κυρώσεων σε βάρος της Κούβας, της Βενεζουέλας, της Κριμαίας, του ΙΡΑΝ και όσων χωρών και λαών αμφισβητούν ή και αντιστέκονται στις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις τους. Επομένως, οι  ΗΠΑ παραμένουν μία υπερδύναμη σε υποχώρηση αλλά – και γι’ αυτό το λόγο – πολύ επικίνδυνη και επιρρεπή να προωθήσει νέες ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές επεμβάσεις.

Ελπίδες γεννά για τους λαούς, που αγωνίζονται ενάντια στην κοινωνική αδικία και τον ιμπεριαλισμό, η κινηματική και πολιτική αναγέννηση της Αριστεράς και οι εκλογικές νίκες της σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής, ύστερα, μάλιστα, από μία περίοδο συντηρητικής πολιτικής παλινόρθωσης και πραξικοπηματικών αλλαγών σε βάρος αριστερών – προοδευτικών κυβερνήσεων.

Η νέα διεθνής κατάσταση επιβεβαιώνει την ανάγκη απεμπλοκής της χώρας μας από τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και τον ευρωατλαντισμό – και ιδιαίτερα από την επικίνδυνη για την ίδια και την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου στρατιωτική συμμαχία της με το κράτος του Ισραήλ, και τη δικτατορία της Αιγύπτου – και να προωθήσει μία ανεξάρτητη, πολυδιάστατη, φιλειρηνική, αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική. Επίσης, επιβεβαιώνει την ανάγκη να αντιμετωπίσει την επεκτατική και αναθεωρητική πολιτική του καθεστώτος Ερντογάν της Τουρκίας με βάση της αρχές της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, της καλής γειτονίας και του διεθνούς δικαίου.

Ο νέος κύκλος εξοπλιστικού ανταγωνισμού της Ελλάδας με την Τουρκία, που κλιμακώθηκε με την πρόσφατη «αμυντική» συμφωνία με τη Γαλλία και την αγορά πανάκριβων φρεγατών και άλλου πολεμικού εξοπλισμού από αυτή, είναι μόνο προς το συμφέρον συγκεκριμένων εγχώριων και ξένων οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων, προσθέτει νέα βάρη στα λαϊκά στρώματα και διογκώνει την υπερχρέωση της χώρας.

            Η ΕΕ, έχει διευκρινίσει επανειλημμένα ότι η αναστολή του  Συμφώνου Σταθερότητας και η προώθηση του κοινού δανεισμού μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης είναι προσωρινά μέτρα, που πάρθηκαν κάτω από το βάρος της κρίσης. Σε αυτό το πλαίσιο,  θα επαναφέρει τη σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία και θα αναγκάσει τις χώρες – μέλη της, για να αντιμετωπίσουν τη νέα υπερχρέωσή τους, να προωθήσουν νέα μέτρα λιτότητας. Η Ελλάδα, λόγω νέας υπερδιόγκωσης του χρέους της κατά τη διάρκεια της πανδημίας, είναι η πρώτη χώρα που αντιμετωπίζει τον άμεσο κίνδυνο μιας νέας κρίσης χρέους και, συνεπακόλουθα, νέων μέτρων λιτότητας.

Σε παγκόσμια κλίμακα τα προγράμματα των εμβολιασμών δεν καθορίζονται από τις κοινωνικές ανάγκες ή τις καθολικές ανάγκες της ανθρωπότητας, αλλά από τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς και την κερδοσκοπική βουλιμία των πολυεθνικών φαρμακευτικών επιχειρήσεων. Η παγκόσμια συνεργασία για την παραγωγή και τη διανομή των εμβολίων δεν διασφαλίστηκε, ενώ οι πατέντες (δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας) των εμβολίων δεν απελευθερώθηκαν, με αποτέλεσμα οι φτωχές χώρες να έχουν μείνει αβοήθητες.

            Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι και η νεολαία δέχονται μία πρωτοφανή επίθεση από την κυβέρνηση της ΝΔ και το κεφάλαιο, που, αξιοποιώντας την πανδημία, προωθούν ακραία αντεργατικά και αντικοινωνικά μέτρα, παρέχοντας νέα προνόμια σε μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα.

Η κυβέρνηση διαχειρίζεται την πανδημία, χωρίς να παίρνει τα αναγκαία μέτρα υγειονομικής θωράκισης του λαού, με βασικό κριτήριο την εξυπηρέτηση της απρόσκοπτης επιχειρηματικής κερδοφορίας. Δεν ενίσχυσε το Δημόσιο Σύστημα Υγείας. Δεν αναβάθμισε την πρωτοβάθμια περίθαλψη. Δεν έλεγξε την εφαρμογή υγειονομικών μέτρων προστασίας στους χώρους εργασίας. Δεν ενίσχυσε τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Δεν επίταξε τον ιδιωτικό τομέα υγείας.

Αντίθετα, εξαγγέλλει νέες ιδιωτικοποιήσεις, συγχωνεύσεις, καταργήσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας. Διάθεσε σκανδαλώδη ποσά σε ιδιωτικά θεραπευτήρια και στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, για να στηρίζουν την πολιτική της. Επισπεύδει το ξεπούλημα βασικών τμημάτων του δημοσίου τομέα, με πρόσφατα παραδείγματα την ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟ, ΕΛΠΕ Εμπορίας και τον ΔΕΔΔΗΕ. Αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής είναι η πλήρης ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, μετά την οποία το δημόσιο χάνει τον έλεγχο όλων των στρατηγικής σημασίας τομέων της παραγωγής. Αξιοποίησε την πανδημία για να άρει ακόμα περισσότερο την περιβαλλοντική προστασία, αφήνοντας τη φύση, το περιβάλλον και τους ελεύθερους, αδόμητους χώρους βορά στο κεφάλαιο.

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ αλλά αποσιωπά την τεράστια αύξηση του δημοσίου χρέους, το οποίο έφθασε στο 217% του ΑΕΠ, το υψηλότερο παγκοσμίως, 388,49 δις ευρώ, που μαζί με το ιδιωτικό χρέος, 242,6 δις ευρώ, ανέρχεται στα 631,09 δις σε μία χώρα που το ΑΕΠ φτάνει στα 180 δις, το συνολικό χρέος δηλαδή είναι πάνω από τρεις φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ.

Η κυβέρνηση σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας προώθησε περικοπές μισθών, επέκταση  μερικής – ελαστικής – εκ περιτροπής εργασίας -δανεισμού εργαζομένων με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Η μεγαλοεργοδοσία, εκμεταλλευόμενη την πανδημία και την απουσία ελέγχων, αυθαιρετεί συστηματικά, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με την επέκταση των  ιδιωτικοποιήσεων, την εντατικοποίηση της εργασίας, τη μη εφαρμογή μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, την αύξηση των εργατικών ατυχημάτων.

Αποκορύφωμα της κυβερνητικής αντεργατικής πολιτικής ήταν η ψήφιση δύο νέων αντεργατικών και αντιασφαλιστικών νόμων.

Με το νέο αντεργατικό νόμο ακυρώθηκαν στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα, που είχαν περισωθεί από τα μνημόνια, όπως το 8ωρο στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Περιορίστηκε το συνδικαλιστικό και απεργιακό δικαίωμα. Περιορίστηκε ακόμα περισσότερο η εφαρμογή της Κυριακής – αργίας, ενώ το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας, αντί να ενισχυθεί και αναβαθμιστεί, μετατράπηκε σε Ανεξάρτητη Αρχή. Η πρόσφατη περίπτωση της efood δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά η συνέπεια της πιστής εφαρμογής αυτού του νόμου.

Η κυβέρνηση νομιμοποίησε έτσι την κερδοσκοπική ασυδοσία του κεφαλαίου και την εργασιακή ζούγκλα, που αυτό έχει επιβάλλει.

Αντίθετα, η αλματώδης ανάπτυξη των τεχνολογιών στην εργασία απαιτεί δημοκρατική επαναρύθμισή της και δραστική μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών.

Η κυβέρνηση ψήφισε, επίσης, νόμο για την πλήρη κεφαλαιοποίηση – επί της ουσίας ιδιωτικοποίηση – της επικουρικής ασφάλισης, όχι για να γίνουν βιώσιμες οι επικουρικές συντάξεις, όπως ισχυρίζεται, αλλά για να δωρίσει τις εισφορές ασφαλισμένων σε τράπεζες και ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες για να χρηματοδοτήσουν με αυτές ιδιωτικά συμφέροντα.

Οι μελλοντικοί συνταξιούχοι του νέου ταμείου το μόνο που θα γνωρίζουν είναι, πόσες ασφαλιστικές εισφορές κατέβαλαν και όχι πόση επικουρική σύνταξη θα πάρουν, αφού αυτή θα εξαρτιέται από την πορεία των χρηματαγορών. Η επικουρική ασφάλιση μετατρέπεται από σύστημα «εγγυημένων παροχών» σε «εγγυημένων εισφορών».

Το κυβερνητικό επιχείρημα, ότι δεν θα επηρεαστούν οι επικουρικές συντάξεις των σημερινών ασφαλισμένων πάνω από 35 χρονών και των ήδη συνταξιούχων είναι, επίσης, ψευδές. Το ήδη υπάρχον Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης, αφού δεν θα έχει έσοδα από τους νέους ασφαλισμένους, θα οδηγηθεί σε μειώσεις συντάξεων.

Ο κυβερνητικός ισχυρισμός ότι το κόστος μετάβασης στο νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, 80 – 100 δις ευρώ, θα καλυφτεί από νέους πόρους, που θα φέρει η ανάπτυξη, είναι έωλος. Για να το καλύψει θα βάλει νέους φόρους ή θα μειώσει τις επικουρικές συντάξεις των παλιών ασφαλισμένων.

Το δρόμο στην σημερινή κυβέρνηση άνοιξε η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τη θέσπιση της λεγόμενης οιονεί κεφαλαιοποίησης στην επικουρική ασφάλιση.

Η ακρίβεια σε βασικά είδη διατροφής, στο ηλεκτρικό ρεύμα, στο φυσικό αέριο και στα καύσιμα αυξάνει αλματωδώς, συρρικνώνοντας τα λαϊκά εισοδήματα.

Τα 9 € το μήνα, που ο Πρωθυπουργός εξάγγειλε στη ΔΕΘ ως επιδότηση στα λαϊκά νοικοκυριά για την ανατίμηση του ηλεκτρικού ρεύματος, δεν καλύπτουν το ύψος των ανατιμήσεων.

Η κυβέρνηση έχει την απόλυτη ευθύνη για την πρωτοφανή καταστροφή του περιβάλλοντος, λαϊκών κατοικιών και περιουσιών από τις πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού. Συνέχισε τις πολιτικές διαιώνισης των ελλείψεων στην πρόληψη, προσωπικό και μέσα δασοπροστασίας και δασοπυρόσβεσης, επικαλούμενη υποκριτικά την κλιματική αλλαγή, όταν η ίδια η πολιτική της, της εξυπηρέτησης οικονομικών συμφερόντων, την επιτείνει.

Ταυτόχρονα, έθεσε νέους φραγμούς στη μόρφωση των παιδιών της εργατικής τάξης, οδηγώντας με το νέο σύστημα εισαγωγής 40.000 από αυτά εκτός ΑΕΙ και στο κλείσιμο δεκάδες πανεπιστημιακά τμήματα. Οι περιβόητες «μεταρρυθμίσεις» του υπουργείου παιδείας θα οδηγήσουν δεκάδες χιλιάδες μαθητές σε μεταλυκειακές δομές χωρίς επαγγελματικά δικαιώματα, για να αποτελέσουν εργατικό δυναμικό, που θα υπόκειται σε συνθήκες ακραίας εκμετάλλευσης σε κλάδους χαμηλής ειδίκευσης (υπηρεσίες, τουρισμός, εστίαση, εμπόριο), σε συμφωνία με το «μοντέλο ανάπτυξης», που προωθεί η κυβέρνηση. Ενώ, παράλληλα, θα μετατρέψουν τα πανεπιστήμια σε αυταρχικά εκπαιδευτήρια.

Με τον πτωχευτικό κώδικα αυξάνονται οι εξώσεις, δίνεται νέο χτύπημα στη λαϊκή κατοικία.

Με το Σχέδιο Ανάκαμψης προωθείται η χρηματοδότηση μεγάλων, κυρίως,  ιδιωτικών επιχειρήσεων, σε τομείς και κλάδους, που υπαγορεύει η ΕΕ και οι ωφελούμενοι επιχειρηματικοί όμιλοι και όχι οι ανάγκες και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του λαού και της χώρας.

Η κυβέρνηση, ταυτόχρονα, προωθεί μία πολιτική ακραίου αυταρχισμού και καταστολής. Κατάργησε δημοκρατικά, συνδικαλιστικά, κοινωνικά δικαιώματα. Ψήφισε νόμο για τον περιορισμό των διαδηλώσεων. Θεσμοθέτησε την παρουσία της αστυνομίας μέσα στα Πανεπιστήμια.

Επίσης, κλιμακώνει τις αντιμεταναστευτικές και αντιπροσφυγικές πολιτικές της με θύματα τους ανθρώπους, που οι πόλεμοι και η ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση διώχνουν από τις πατρίδες τους, αποθρασύνοντας, έτσι, τις διάφορες ρατσιστικές και φασιστικές ομάδες.

 Ο ΣΥΡΙΖΑ, λόγω της συστημικής μετάλλαξής του, των μνημονιακών πολιτικών, που εφάρμοσε, και της έλλειψης εναλλακτικής πρότασής του, δεν ασκεί πραγματική αντιπολίτευση.

Το ΚΚΕ, παρά τις αντιστάσεις του στις εφαρμοζόμενες πολιτικές, παραμένει πολιτικά περιχαρακωμένο. Τα όποια δειλά και αποσπασματικά ανοίγματα κάνει σε κοινωνικό και κινηματικό επίπεδο ακυρώνονται  από την άρνησή του για πολιτική συνεργασία με άλλες δυνάμεις της ανυπότακτης Αριστεράς.

Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με ευθύνη των γραφειοκρατικών και συμβιβασμένων ηγεσιών του βρίσκεται σε βαθύτατη κρίση. Τα αγωνιστικά τμήματά του, παρά τις ηρωικές προσπάθειές τους, δεν μπορούν να κινητοποιήσουν ευρύτερα τους εργαζόμενους, να οργανώσουν ενωτικούς και νικηφόρους αγώνες.

Ενθαρρυντικό στοιχείο ήταν οι μαζικές κινητοποιήσεις της νεολαίας ενάντια στο αντιεκπαιδευτικό νομοσχέδιο και για την υπεράσπιση δημοκρατικών δικαιωμάτων, αλλά και των εργαζομένων ενάντια στο αντεργατικό νομοσχέδιο. Οι κινητοποιήσεις αυτές, κατόρθωσαν να καταστήσουν ανεφάρμοστο τον νόμο για την απαγόρευση των διαδηλώσεων, αλλά και να πετύχουν την αναστολή της εγκατάστασης της πανεπιστημιακής αστυνομίας.

Η πρόσφατη νίκη των εργαζομένων στην e-food ενίσχυσε το αγωνιστικό φρόνημα όλων των εργαζομένων. Έστειλε ισχυρό μήνυμα όχι μόνο στην κυβέρνηση και στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά και στην Αριστερά, ότι οι αγώνες των εργαζομένων μπορούν να είναι αποτελεσματικοί, εάν έχουν ενωτικό και μαζικό χαρακτήρα και έχουν κοινωνική στήριξη και αλληλεγγύη. Ότι η βάση ενότητας του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος πρέπει να είναι  τα κοινά προβλήματα των εργαζομένων και οι διεκδικούμενες λύσεις τους. Ότι η ανασυγκρότηση και αναγέννηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος περνάει μέσα από  την αγωνιστική επαναδραστηριοποίηση και ζωντανή δημοκρατική λειτουργία των πρωτοβάθμιων σωματείων.

Ο πρόσφατος κυβερνητικός ανασχηματισμός – φιάσκο σηματοδότησε τη συνέχιση αυτής της αποτυχημένης και αντικοινωνικής κυβερνητικής πολιτικής με ενισχυμένο ρόλο της ακροδεξιάς πτέρυγας της ΝΔ.

Το ίδιο σηματοδότησαν, παρόλα τα φτιασιδώματα, και οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Συνολικά τα μέτρα που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός υπηρετούν τον στόχο για ενίσχυση του μεγάλου κεφαλαίου σε βάρος εργαζομένων, συνταξιούχων, νεολαίας και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Συνεχίζει με πιο γρήγορους ρυθμούς τις μνημονιακές πολιτικές και των προηγούμενων κυβερνήσεων, που οδηγούν σε μία κοινωνία με μεγαλύτερες ταξικές ανισότητες. Η περαιτέρω μείωση των φορολογικών συντελεστών των επιχειρηματικών κερδών από 24% στο 22%, οι μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και οι μειώσεις φόρων για συγκέντρωση κεφαλαίου, συγχωνεύσεις επιχειρήσεων και  οι υπερεκπτώσεις φόρων για πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις, έχουν στόχο την ενίσχυση και τη διαμόρφωση μεγάλων επιχειρηματικών συγκροτημάτων σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Η Κυβέρνηση, παρότι η διαχείριση της υγειονομικής, οικονομικής κρίσης και των πρόσφατων πυρκαγιών της προκάλεσε σοβαρή πολιτική φθορά, δεν έχασε την πολιτική ηγεμονία της, γιατί δεν έχει απέναντί της μία πραγματική πολιτική και κοινωνική αντιπολίτευση και μία πειστική εναλλακτική πρόταση.

Το πολιτικό κενό από την πλευρά της αριστεράς υπάρχει κίνδυνος να καλυφτεί από ακροδεξιές ανορθολογικές δυνάμεις, που ανασυγκροτούνται και ενισχύονται λόγω των εφαρμοζόμενων κυβερνητικών πολιτικών.

Τα τελευταία  γεγονότα με τις επιθέσεις των φασιστών αποδεικνύουν ότι οι φασιστικές συμμορίες ανασυγκροτούνται, δρουν συντονισμένα υπό ενιαίο  κέντρο, χρησιμοποιούν πρακτικές δολοφονικής βίας και τρομοκρατίας και στοχεύουν στο κτύπημα του λαϊκού κινήματος και των αγωνιστών.

Η κυβέρνηση εκτρέφει το φασιστικό φαινόμενο και στηρίζει ουσιαστικά τις επιθέσεις προβάλλοντας την θεωρία των δύο άκρων, ταυτίζοντας τους φασίστες με τους αγωνιστές και χρησιμοποιώντας ακραίο αυταρχισμό στην αντιμετώπιση των λαϊκών αντιδράσεων στις πολιτικές λιτότητας και εξαθλίωσης των κοινωνικών στρωμάτων, που εφαρμόζει.

Υπάρχει κενό κινηματικής και πολιτικής αντιπολίτευσης, προβολής εναλλακτικής πρότασης και ενός πολιτικού φορέα, που θα μπορούσε να το καλύψει.

Το επόμενο διάστημα θα πρέπει να δώσουμε δυνάμεις στην οργάνωση και ενίσχυση των λαϊκών αντιστάσεων σε μια σειρά από μέτωπα: 1) Στην αντίσταση στην εφαρμογή του αντεργατικού νόμου Χατζηδάκη, τόσο μέσα από την οικοδόμηση αυτοτελών αντιστάσεων στις ρυθμίσεις για τον περιορισμό των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, όπου αυτό είναι εφικτό, όσο και – κυρίως – μέσα από την ενίσχυση των κλαδικών αγώνων, που μπορεί να αναπτυχθούν το επόμενο διάστημα, με στόχο να μην εφαρμοστεί στην πράξη καμία ρύθμιση περιορισμού του δικαιώματος στην απεργία. 2) Στην αντίσταση στις ιδιωτικοποιήσεις, με κεντρικό σημείο το ξεπούλημα της ΔΕΗ. 3) Στη στήριξη των αγώνων της μαθητικής και φοιτητικής νεολαίας ενάντια στον νόμο Κεραμέως – Χρυσοχοϊδη και τις κατασταλτικές ρυθμίσεις στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. 4) Στη διεκδίκηση της ενίσχυσης του δημόσιου συστήματος υγείας και μέτρων επιδημιολογικής επιτήρησης, ανάλογα και με την εξέλιξη της πανδημίας το επόμενο διάστημα. 5) Στην ανάπτυξη πολιτικής καμπάνιας για την ακρίβεια και τα αναγαία μέτρα αντιμετώπισής της.

Η επανεμφάνιση των ναζιστικών συμμοριών απαιτεί μαζική, ενωτική, αποφασιστική απάντηση από το μαζικό κίνημα, τους φορείς του, τις αριστερές οργανώσεις και κόμματα. Έχουμε χρέος να χτίσουμε τείχος απέναντι στο φασισμό και να αποδείξουμε ότι οι φασίστες δεν χωρούν στα σχολεία, τις γειτονιές και τους δρόμους μας. Ο αγώνας και οι κινητοποιήσεις απέναντι στη φασιστική απειλή και σε όσους επιχειρούν να τη συγκαλύψουν πρέπει να συνεχιστούν και να’ αποκτήσουν παλλαϊκό χαρακτήρα.

Αυτή την περίοδο της τριπλής κρίσης η ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ, έχει ως προτεραιότητες την ανατροπή των εφαρμοζόμενων αντεργατικών πολιτικών και τη διεκδίκηση μέτρων στήριξης και ανακούφισης του λαού, όπως:

  • Υπεράσπιση της δημόσιας υγείας. Το εμβόλιο μόνο του δεν φτάνει. Χρειάζεται ενίσχυση του Δημόσιου Συστήματος Υγείας με αύξηση της χρηματοδότησής του,  προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, και ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Επιδημιολογική επιτήρηση. Μέτρα υγειονομικής προστασίας στους χώρους εργασίας. Η ανάγκη να προχωρήσουν οι μαζικοί εμβολιασμοί δεν πρέπει να αξιοποιείται για αναστολές εργασίας, απολύσεις, προώθηση ιδιωτικοποιήσεων και συγχωνεύσεων στο δημόσιο σύστημα υγείας, που οδηγούν σε μεγαλύτερη αποδυνάμωσή του.
  • Γενναία ενίσχυση των δημοσίων Μέσων Μαζικής Μεταφοράς.
  • Ακύρωση του νέου αντεργατικού νόμου. Ενίσχυση και ενεργοποίηση των δημόσιων ελεγκτικών μηχανισμών, για να σταματήσει η εργοδοτική ασυδοσία. Μέτρα προστασίας των εργαζομένων σε ψηφιακές πλατφόρμες και τηλεργασία, διασφάλιση θεμελιωδών εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων τους, έλεγχος ασυδοσίας των ψηφιακών πολυεθνικών.
  • Υπεράσπιση της εργασίας. Προστασία από απολύσεις. Μείωση του χρόνου εργασίας στις 35 ώρες εβδομαδιαία με προοπτική τις 6 ώρες την ημέρα και 30 ώρες συνολικά τη βδομάδα, χωρίς μείωση μισθών, για αύξηση απασχόλησης – μείωση ανεργίας. Αύξηση και χρονική επιμήκυνση χορήγησης του επιδόματος ανεργίας.
  • Κατάργηση του νέου νόμου για τις επικουρικές συντάξεις. Αποκατάσταση του δημόσιου καθολικού, αναδιανεμητικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και των συντάξεων από τις μνημονιακές μειώσεις τους και βελτίωσή τους.
  • Υπεράσπιση λαϊκών εισοδημάτων, αυξήσεις μισθών, δημόσιων δαπανών για υγεία, παιδεία, πρόνοια, αντιμετώπιση της ακρίβειας σε προϊόντα και υπηρεσίες λαϊκής κατανάλωσης.
  • Ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων των πυρόπληκτων, μέτρα ενίσχυσης της πρόληψης, της αντιμετώπισης και της αποκατάστασης ανθρώπων και υποδομών από τις φυσικές καταστροφές.
  • Νομοθέτηση ακατάσχετου πρώτης λαϊκής κατοικίας. Σταμάτημα αποκοπών ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, αποκατάσταση συνδέσεων που διακόπηκαν.
  • Υπεράσπιση δημόσιας παιδείας, ασφαλής υγειονομικά λειτουργία όλων των βαθμίδων της με μείωση μαθητών στις αίθουσες, δωρεάν μαζικά επαναλαμβανόμενα τεστ κλπ. Κατάργηση του νόμου Κεραμέως-Χρυσοχοϊδη.
  • Σταμάτημα ιδιωτικοποιήσεων, ανασυγκρότηση του δημόσιου τομέα και αξιοποίησή του ως μοχλού παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.
  • Υπεράσπιση δημοκρατικών δικαιωμάτων με ανάπτυξη πλατιού κινήματος και διευρυμένες κοινωνικές και πολιτικές συσπειρώσεις.
  • Στήριξη των μεταναστών και προσφύγων. Ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό που γεννά τον πόλεμο, την προσφυγιά και τη φτώχεια είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.

Ο αγώνας γι’ αυτά θα πρέπει να συνδυάζεται με τον αγώνα για ανατροπή του νεοφιλελεύθερου πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου και για την προώθηση μίας εναλλακτικής φιλολαϊκής πολιτικής. Μ’ ένα μεταβατικό πρόγραμμα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών αλλαγών με σοσιαλιστικό ορίζοντα, που εκ των πραγμάτων οδηγεί σε σύγκρουση, ρήξη με τους κανόνες της ΕΕ και της ευρωζώνης, που θα εμποδίσουν την εφαρμογή του, και σε έξοδο από αυτές. 

Από τη σκοπιά ενός τέτοιου προγράμματος απαιτείται σήμερα μία αριστερή αντιπολίτευση στις αντιλαϊκές κυβερνητικές πολιτικές και σε όποια εκδοχή νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Βασικές προϋποθέσεις για την ανατροπή των εφαρμοζόμενων κυβερνητικών αντικοινωνικών πολιτικών είναι η ένταση, η μαζικοποίηση και ο ενωτικός χαρακτήρας των αγώνων. Αποδείχθηκε την προηγούμενη περίοδο ότι οι αγώνες μπορούν να αναπτυχθούν και να πετύχουν νίκες, όταν υπάρχει μετωπική, ενωτική κατεύθυνση από τις δυνάμεις της αριστεράς και του κινήματος, αλλά και μαζική, λαϊκή απεύθυνση. Σε ότι αφορά στο εργατικό κίνημα, ο κατακερματισμός και η ανάπτυξη «μετώπων» και πρωτοβουλιών με αυτόκεντρο χαρακτήρα, δεν μπορούν να πετύχουν αποτελέσματα. Απαιτείται συντονισμός των αγωνιστικών δυνάμεων του, η αλλαγή συσχετισμών υπέρ τους, και η επανεργοποίηση των πρωτοβάθμιων σωματείων, όπου μπορεί και πρέπει να οικοδομηθεί μία νέα εργατική ταξική ενότητα στη βάση των κοινών προβλημάτων. Οι δυνάμεις της ΛΑΕ θα συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση.

Οι δυνάμεις της ανυπότακτης Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα μπορέσουν να στηρίξουν αποτελεσματικά τους αγώνες των εργαζομένων, εάν δράσουν ενωτικά σε κινηματικό και πολιτικό επίπεδο.

Η συγκρότηση της Αριστερής Πρωτοβουλίας διαλόγου και δράσης, με τη συμμετοχή μεγάλου αριθμού αγωνιστών της Αριστεράς, του εργατικού και λαϊκού κινήματος, της τέχνης, των γραμμάτων και του πολιτισμού, των κοινωνικών κινημάτων και της νεολαίας και τη στήριξη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αρκετών πολιτικών οργανώσεων της Αριστεράς, αποτελεί, αναμφισβήτητα, θετικό βήμα.

Οι μαζικές εκδηλώσεις της Αριστερής Πρωτοβουλίας στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη ήταν σημαντικά βήματα σε αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα, ενθαρρυντική ήταν η κοινή παρουσία των δυνάμεων, που συμμετέχουν στην Πρωτοβουλία, στη διαδήλωση της ΔΕΘ, με μεγάλη μαζικότητα και ενωτικό στίγμα. Η Πρωτοβουλία ήδη συμβάλλει στην επανασυσπείρωση ενός δυναμικού της ριζοσπαστικής αριστεράς και έχει τη δυνατότητα να προσφέρει σε συνθήκες ιδεολογικών, πολιτικών και κοινωνικών υποχωρήσεων στην επικαιροποίηση του μεταβατικού πολιτικού προγράμματος. Ο διάλογος για αναζήτηση κοινής προγραμματικής βάσης και οι συντονισμένοι αγώνες στο εργατικό κίνημα, στην τοπική αυτοδιοίκηση και στα κοινωνικά κινήματα μπορούν και πρέπει να συμβάλλουν, ώστε να δημιουργηθούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις να συγκροτηθεί μετωπικός πολιτικός φορέας, που θα καλύψει το σημερινό κενό πραγματικής, αντιπολίτευσης και επεξεργασίας, προβολής και διεκδίκησης μίας άλλης πολιτικής, εναλλακτικής στη λιτότητα και στον ευρωμονόδρομο, με κατεύθυνση το σοσιαλισμό.

Η ΛΑΕ συμμετέχει ενεργά και δημιουργικά σε αυτή την ελπιδοφόρα ενωτική Πρωτοβουλία και αυτό θα συνεχίσει να κάνει και στο μέλλον.

 Το επόμενο διάστημα θα πρέπει να επιταχυνθούν οι διαδικασίες συγκρότησης και λειτουργίας της Πρωτοβουλίας, μέσα από την διαμόρφωση και ενεργοποίηση ομάδων εργασίας γύρω από τα βασικά μέτωπα της περιόδου, στις οποίες θα διαμορφώνονται κοινές θέσεις και τοποθετήσεις, αλλά και θα προωθείται η ενότητα των δυνάμεων της Πρωτοβουλίας σε κινηματικά μέτωπα και κοινωνικούς χώρους. Παράλληλα, θα συμβάλλουν στην επικαιροποίηση ματαβατικών προγραμματικών αιτημάτων και στόχων.

Για να ευοδωθεί αυτή η προσπάθεια, απαιτείται η ανασυγκρότηση της δουλειάς της ίδιας της ΛΑΕ. Η επαναλειτουργία των πολιτικών επιτροπών και η ανασυγκρότησή τους, όπου είναι απαραίτητο, η διεξαγωγή συζητήσεων σε όλες τις επιτροπές, με στόχο την ενεργοποίηση των δυνάμεών μας, τόσο τοπικά και κλαδικά, όσο και σε κεντρικά πολιτικά μέτωπα, αποτελεί επείγουσα ανάγκη. Παράλληλα, μέσα από την πλατιά συζήτηση και την ενεργοποίηση των δικών μας δυνάμεων, θα συνεισφέρουμε πιο αποτελεσματικά τόσο στους κινηματικούς στόχους, όσο και στη συγκρότηση της Αριστερής Πρωτοβουλίας Διαλόγου και Δράσης.