Κοιτώντας πίσω στο Ε.Σ.Υ. και πριν την πανδημία: Το διαρκές έγκλημα της διάλυσης της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα

0

Του Βαγγέλη Καλιντεράκη

Η διεθνής εξάπλωση του COVID-19 και το γεγονός πως αυτήν τη στιγμή το επίκεντρο της πανδημίας βρίσκεται στον δυτικό κόσμο (ΗΠΑ, Ευρώπη) έχει φέρει στην επιφάνεια τα ελλείματα των υγειονομικών συστημάτων μπροστά στην τεράστια υγειονομική κρίση. Η υγειονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία έχει θέσει προς αμφισβήτηση ένα σύνολο λειτουργιών του συστήματος: από την διαχείριση του περιβάλλοντος, τις υγειονομικές συνθήκες που ζουν οι πληθυσμοί, τις παραγωγικές λειτουργίες σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον και τις επιπτώσεις της επί της ουσίας διάλυσης των υγειονομικών συστημάτων ύστερα από 40 χρόνια νεοφιλελευθερισμού.

Βάζοντας σε σειρά αυτούς τους παράγοντες μπορούμε και να ερμηνεύσουμε κατά πόσο μια κατάσταση πανδημίας, με επίκεντρο μάλιστα την «πολιτισμένη δύση», αποτελούσε ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας ή όχι. Το μόνο σίγουρο είναι πως κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να εκτιμηθεί από τις αγορές και τις κυβερνήσεις τους. Για την ακρίβεια, ακόμα και όταν έγινε ορατός ο κίνδυνος του Covid-19 οι άρχουσες τάξεις και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι αδυνατούσαν να εκτιμήσουν την κατάσταση και αμφιταλαντεύονταν κυρίως γύρω από το ζήτημα της διακοπής των παραγωγικών διαδικασιών, μια αμφιταλάντευση που κατέληξε στις ΗΠΑ και στην Ιταλία σε εθνικές τραγωδίες. Σίγουρα καμία πολιτική δύναμη δεν μπορεί να διεκδικήσει την πρόβλεψη και εκτίμηση μιας τέτοιας κατάστασης. Ταυτόχρονα όμως ένα τμήμα κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων προειδοποιούσε για τις ακραίες στρεβλώσεις του νεοφιλελεύθερου συστήματος οργάνωσης και τις επιπτώσεις τους για την ανθρώπινη ζωή και το περιβάλλον. Οι επιστημονικές μελέτες και έρευνες έχουν καιρό τώρα αναδείξει την άμεση σύνδεση της αύξησης των κρουσμάτων από ιογενείς νόσους με την βιομηχανοποιημένη καλλιέργεια ή/και την αποψίλωση των δασών1. Οι φωνές βέβαια που έθιξαν τέτοια ζητήματα παρουσιάστηκαν και αντιμετωπίστηκαν περισσότερο ως γραφικές, παρά ως προειδοποιήσεις που έπρεπε να τις πάρουμε στα σοβαρά. Να που όμως σήμερα έχουμε αρχίσει να τις ακούμε ή τουλάχιστον πρέπει άμεσα να το κάνουμε καθώς διακυβεύεται το πιο πολύτιμο αγαθό, αυτό της υγείας διευρυμένων πληθυσμών παγκοσμίως.

Η θνησιμότητα που συνδέεται με τη λοίμωξη από τον SARS-CoV-2 με βάση τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα εξαρτάται από κάποιους βασικούς παράγοντες: την ηλικία, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής ή κοινότητας, την ανοσολογική επάρκεια που έχει ο πληθυσμός, το ποσοστό των υποκείμενων παθήσεων στον πληθυσμό, αλλά και από την ανταπόκριση των συστημάτων υγείας. Συστήματα υγείας που δεν έχουν μεγάλες ελλείψεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, που έχουν ή μπορούν να προμηθευτούν φάρμακα με σχετική ευκολία, αλλά και έχουν μια σχετική επάρκεια όσον αφορά τον τεχνολογικό εξοπλισμό που είναι απαραίτητος, όπως αναπνευστήρες, και τις αναγκαίες υποδομές (κλίνες ΜΕΘ κτλ.) έχουν ταυτόχρονα και την δυνατότητα να μειώσουν σημαντικά τα επίπεδα θνησιμότητας του ιού. Αντίθετα, συστήματα υγείας που δεν ανταποκρίνονται σε αυτές τις απαιτήσεις και βρίσκονται στα όρια τους, αδυνατούν να ανταποκριθούν στις πιέσεις που ασκεί η μαζική εξάπλωση της πανδημίας πάνω στο σύστημα. Συνεπώς, αντικειμενικά τίθεται στο επίκεντρο του ζητήματος η διαχείριση των υγειονομικών συστημάτων από πλευράς κυβερνήσεων μέχρι την εμφάνιση της πανδημίας. Αυτή η αναδρομή είναι αναγκαία, όχι μόνο για την ανάλυση της παρούσας κατάστασης, αλλά και για να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε καλύτερα την πανδημία, αλλά και για να προετοιμαστούμε για ένα ενδεχόμενο δεύτερο κύμα του ιού (χαρακτηριστικά, το πρώτο κύμα της ισπανικής γρίπης το 1918 ήταν σχετικά ήπιο, ενώ ήταν το δεύτερο και το τρίτο που οδήγησε σε εκατομμύρια θανάτους).

Αυτό που καθόρισε την δομή, τον προσανατολισμό και την επάρκεια των υγειονομικών συστημάτων τουλάχιστον όσον αφορά τα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη είναι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο οργάνωσης. Το μεταρρυθμιστικό κύμα του νεοφιλελευθερισμού τις δεκαετίες 70’ και 80’ στόχευσε στην αποκατάσταση της κυριαρχίας και της κοινωνικής ισχύος των ανώτερων στρωμάτων και δη του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αυτή η αποκατάσταση πραγματοποιήθηκε με ένα εκτεταμένο πρόγραμμα απορρυθμίσεων που ακολουθήθηκε, ιδίως την δεκαετία του 80’, με πειραματικό πεδίο την Χιλή και με πρώτο «σταθμό», τις σκληρές ταξικές συγκρούσεις στις ΗΠΑ και στην Βρετανία. Η αναίρεση της εγγύησης βασικών δικαιωμάτων που επετεύχθη στη μεταπολεμική περίοδο, αντανακλάστηκε και στην παρεχόμενη υγειονομική περίθαλψη από πλευράς συστημάτων υγείας. Πιο απλά το κράτος πρόνοιας, η κοινωνική ασφάλιση, αλλά και η αντίληψη ότι τα συστήματα υγείας οφείλουν να προσανατολίζονται προς την πρόσβαση και διασφάλιση της υγείας διευρυμένα των εργαζόμενων στρωμάτων εξανεμίστηκε και αντικαταστάθηκε από την αντίληψη των μηχανισμών της αγοράς: τι μου αποφέρει το «υγειονομικό προϊόν» και ποιες οι μελλοντικές του αποδόσεις. Η ιδιωτικοποίηση πτυχών ή ολόκληρων (πχ. ΗΠΑ) των συστημάτων υγείας ήταν γεγονός.

Σε αυτό το φόντο η εξέλιξη του συστήματος υγείας στην Ελλάδα θα καθοριστεί από αυτές τις εξελίξεις διεθνώς και από την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη, θα εμφανίσει όμως σημαντικές καθυστερήσεις και αντιφάσεις ως προς την υλοποίηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης. Η οικονομική κρίση του 2008 και η ένταξη της Ελλάδας στον μηχανισμό του ΔΝΤ και της ευρωπαϊκής επιτήρησης θα σημάνει μια βίαιη προώθηση των νεοφιλελεύθερων κατευθύνσεων και την σημαντική αποδυνάμωση του συστήματος υγείας. Ακόμα και σήμερα, το δημόσιο σύστημα υγείας δεν βρίσκεται σε μια κατάσταση πλήρους ευθυγράμμισης με τις ντιρεκτίβες της ΕΕ και τους μηχανισμούς της αγοράς.

  1. Η εξέλιξη του εθνικού συστήματος υγείας διαχρονικά

Ένας σημαντικός παράγοντας καθυστέρησης των μεταρρυθμίσεων που επιβλήθηκαν στα ανεπτυγμένα κράτη με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού ήταν το γεγονός πως στην Ελλάδα το εθνικό σύστημα υγείας συγκροτήθηκε το 1983, δηλαδή πολύ πιο αργά από ότι στις υπόλοιπες χώρες. Αυτό σχετίζεται με πολλαπλούς παράγοντες, κυρίως όμως καθορίστηκε από τα χαρακτηριστικά του μετεμφυλιακού κράτους στην Ελλάδα αλλά και από την επταετία της Χούντας, δηλαδή από μια μακρά περίοδο που στον πυρήνα της κρατικής στρατηγικής βρισκόταν η διατήρηση πολλαπλών κοινωνικών αποκλεισμών από κοινωνικές και κρατικές λειτουργίες και δομές. Χαρακτηριστικό της καθυστέρησης αυτής είναι το γεγονός πως τα περισσότερα κράτη του δυτικού κόσμου είχαν αρχίσει να συγκροτούν τα συστήματα υγείας σε εθνικό επίπεδο με ενιαίο τρόπο ήδη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου (η Βρετανία συγκρότησε το NHS το 1947). Συνεπώς, την στιγμή που στα περισσότερα κράτη προωθούνταν οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, η Ελλάδα συγκροτούσε το εθνικό σύστημα υγείας. Τα περισσότερα διαθέσιμα στοιχεία κατ’ επέκταση αφορούν το χρονικό διάστημα από το 1983 και μετά.

  • Οι δαπάνες για υγεία στην Ελλάδα και η επίπτωση των μνημονιακών πολιτικών

Η συγκρότηση του Ε.Σ.Υ. ακολουθεί το μοντέλο του δημοσίου συστήματος υγείας με υποχρεωτική ασφάλιση. Όσον αφορά την χρηματοδότηση, αυτή προέκυπτε από το κράτος και τα διάφορα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης ανάλογα με τις επαγγελματικές ομάδες. Με την ενοποίηση των ταμείων σε ένα, η κρατική χρηματοδότηση του συστήματος υγείας αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Ταυτόχρονα όμως, σταδιακά με τα χρόνια σε διάφορες πτυχές του συστήματος παρατηρείται ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε υλοποίηση των νεοφιλελεύθερων κατευθύνσεων. Με βάση τα στοιχεία όπως θα παρουσιαστούν και παρακάτω, η αποδυνάμωση του συστήματος υγείας εμφανίζεται σημαντική κατά την διάρκεια της κρίσης, παράλληλα με την επιτάχυνση των ευρύτερων αναδιαρθρώσεων.

Διάγραμμα 1: Δαπάνες για την υγεία και φαρμακευτικές δαπάνες σε δολ. Η.Π.Α. κατά κεφαλή

Πηγή : OECD

Από το 2000 μέχρι το 2008 παρατηρείται συνεχής αύξηση όσον αφορά τις κατά κεφαλήν δαπάνες, με μέγιστο επίπεδο το 2008, που η κατά κεφαλήν δαπάνη ανήλθε στα $2.833. Από το 2008 μέχρι το 2014 υπάρχει συνεχής πτώση για να ακολουθήσει μια ελαφριά άνοδος μέχρι το 2018. Οι ελάχιστες κατά κεφαλήν δαπάνες για την δεκαετία 2008-2018 καταγράφονται το 2014, αποτέλεσμα της σημαντικής μείωσης της κρατικής χρηματοδότησης στο πλαίσιο της σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας και των εκτεταμένων περικοπών.

Διάγραμμα 2: Κρατικές δαπάνες στον τομέα της υγείας και κοινωνικής προστασίας ως % του Α.Ε.Π.

Πηγή : Eurostat

Σε αντίθεση με την κατά κεφαλήν δαπάνη που αυξάνεται σταθερά από το 1988 μέχρι το 2008, οι κρατικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθούν μια πορεία με ορισμένες αυξομειώσεις. Κατά τη δεκαετία 2008-2018, το μέγιστο ποσοστό κρατικής δαπάνης για την υγεία ως ποσοστό του ΑΕΠ καταγράφεται το 2010, ενώ το 2015 το ελάχιστο. Είναι σαφές από το διάγραμμα ότι επί κυβερνήσεων ΝΔ εντείνεται η διαδικασία μείωσης της κρατικής δαπάνης για την ενίσχυση της υγείας.

Εκτός από την δραματική μείωση των κρατικών αλλά και των συνολικών δαπανών για την υγεία και την κοινωνική προστασία, το μέγεθος των επιπτώσεων της κρίσης μπορούμε να το εντοπίσουμε και στην σύγκριση των δαπανών της Ελλάδας, ως ποσοστό του ΑΕΠ, με τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα σταθερά βρίσκεται σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες μεταξύ των χωρών της ΕΕ, αλλά και παρουσιάζει ταχύτερο ρυθμό μείωσης την περίοδο της κρίσης. Αντίστοιχα, όσον αφορά τις ιδιωτικές δαπάνες δαπανώνται σταθερά περισσότερα χρήματα στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες. Ενδεικτικά, το 2017 οι δαπάνες υγείας στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι υποδιπλάσιες που μέσου όρου της ΕΕ.

Διάγραμμα 3: Κρατικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, Ελλάδα-μέσος όρος ΕΕ, 2000-2017

Πηγή: The World Bank

Διάγραμμα 4: Ιδιωτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, Ελλάδα-μέσος όρος ΕΕ, 2000-2017

 Πηγή: The World Bank

Είναι εμφανές πως η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης που ακολουθήθηκε με την ένταξη της Ελλάδας στους «μηχανισμούς στήριξης» και τα πακέτα «διάσωσης» το 2010 είχε σημαντικά αποτελέσματα στην μείωση της χρηματοδότησης του Ε.Σ.Υ. αντανακλώντας πως για το σύστημα υγείας, την κοινωνική ασφάλιση και τους εργαζομένους κάθε άλλο παρά διάσωση αποτέλεσαν αυτές οι πολιτικές.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως στην Ελλάδα, μια χώρα με εγχώρια παραγωγή φαρμάκων, η φαρμακευτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ κινείται σε άκρως υψηλά επίπεδα, καθώς βρίσκεται στην δεύτερη θέση στις χώρες του ΟΟΣΑ, με τις ΗΠΑ να βρίσκονται στην τρίτη. Αυτό οφείλεται στην πλήρη παράδοση του φαρμάκου στο ιδιωτικό κεφάλαιο και τη μονοπωλιακή ισχύ των φαρμακοβιομηχανιών διεθνώς και εγχώρια, στη χειραγώγηση των τιμών των φαρμάκων και των συνταγογραφήσεων για να φουσκώνουν τα κέρδη των πολυεθνικών, αλλά και στις μνημονιακές πολιτικές. Η πολιτική που υιοθετήθηκε βέβαια για τον περιορισμό της υψηλής κρατική φαρμακευτικής δαπάνης δεν ήταν η επιβολή ουσιαστικού κρατικού ελέγχου των τιμών αλλά η μετακύληση του κόστους προς τα λαϊκά στρώματα για να διατηρηθούν τα κέρδη των πολυεθνικών. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία η μέση επιβάρυνση του ασθενούς ανά συνταγή αυξήθηκε κατά δύο τρίτα κατά την περίοδο από το 2011 έως το 20142.

Διάγραμμα 5: Φαρμακευτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, 2018

Πηγή : OECD

Η πορεία της κρατικής χρηματοδότησης είχε τα αντίστοιχα αποτελέσματα στην αποδυνάμωση συνολικά του συστήματος υγείας, τόσο όσον αφορά το απασχολούμενο υγειονομικό προσωπικό, όσο και στην επάρκεια υποδομών μέσα από το κλείσιμο-συγχώνευση νοσοκομειακών μονάδων, τη μείωση του αριθμού κλινών και την επάρκεια τεχνολογικού εξοπλισμού των νοσοκομείων. Στο διάγραμμα 6 παρατίθεται το νοσηλευτικό προσωπικό σε σύγκριση με τις χώρες του ΟΟΣΑ για το 2017 και στο διάγραμμα 7 αποτυπώνεται η εξέλιξη του νοσηλευτικού προσωπικού που απασχολείται στο Ε.Σ.Υ. ιστορικά.

Διάγραμμα 6: Νοσηλευτικό προσωπικό ανά 100.000 κατοίκους, 2017

Πηγή : OECD

Διάγραμμα 7: Εξέλιξη αριθμού νοσηλευτικού προσωπικού ανά 100.000 κατοίκους στην Ελλάδα, 2011-2018

Πηγή : OECD

Η Ελλάδα βρίσκεται στην 6η θέση από το τέλος στην αναλογία νοσηλευτικού προσωπικού ανα 100.000 κατοίκους (3.3 /100.000 κατοίκους) για το 2017 την ίδια στιγμή που στην Γερμανία η αντίχοιχη αναλογία είναι 12.9, δηλαδή σχεδόν η τετραπλάσια αναλογία. Όσον αφορά την εξέλιξη από το 2011 και μετά, ακολουθείται μια ραγδαία μείωση του αριθμού του νοσηλευτικού προσωπικού αντανακλώντας τις περικοπές δαπανών στα δημόσια νοσοκομεία.

Αντίστοιχη μείωση αποτυπώνεται και στην εξέλιξη του αριθμού των δημόσιων νοσοκομείων. Μετά από 5 χρόνια μνημονίων και υλοποίησης των επιταγών της τρόικας, παρουσιάζεται μείωση των νοκομείων μέσα από το κλείσιμο ή την διοικητική συγχώνευση μονάδων για να επέλθει ο απαιτούμενος οικονομικός «εξορθολογισμός». Πρόκειται, δηλαδή, για την άσκηση μιας πλήρως καταστροφικής πολιτικής όσον αφορά το σύστημα υγείας, η οποία σήμανε για τα λαϊκά στρώματα μια απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου και ένα σύστημα υγείας που αδύναμο για να αντιμετωπίσει με πληρότητα τα ζητήματα υγείας και περίθαλψης του πληθυσμού.

Διάγραμμα 8: Εξέλιξη αριθμού νοσοκομείων στην Ελλάδα 2000-2017

Πηγή: Statista

 

Σε σχέση με το 2000 ο αριθμός των νοσοκομείων μειώθηκε το 2017 κατά 60. Από το 2011 και μετά υπάρχει συνεχής μείωση. Ταυτόχρονα, μπορεί ναι μεν σε θεωρητικό επίπεδο το σύστημα υγείας στην Ελλάδα να έχει υποχρεωτική ασφάλιση αλλά αυτό το δικαίωμα αμφισβητήθηκε στα χρόνια της κρίσης, καθώς παρουσιάζεται και πτώση όσον αφορά στον πληθυσμό που καλύπεται από ασφάλιση και κατ’ επέκταση έχει πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.

Διάγραμμα 9: Ποσοστό του πληθυσμού που καλύπτεται από δημόσια ή ιδιωτική ασφάλιση στην Ελλάδα 2005-2015

Πηγή: Statista

Την πτωτική εικόνα ακολουθεί και ο δείκτης κλινών ανά 100.000 κατοίκους, αλλά και ο αριθμός κλινών ΜΕΘ που σήμερα αναδεικνύονται πιο αναγκαίες από ποτε. Όσον αφορά τις κλίνες ΜΕΘ να σημειωθεί πως δεν αρκεί να εξεταστεί απλά ο απόλυτος αριθμός, είτε  η αναλογία ανά 100.000 κατοίκους , αλλά και η δυνατότητα να στελεχωθούν αυτές οι κλίνες από το απαραίτητο υγειονομικό προσωπικό. Η επάρκεια  των κλινών ΜΕΘ που μπορούν να τεθούν άμεσα σε λειτουργία έχοντας το απαραίτητο υγειονομικό προσωπικό, τα φάρμακα αλλά και τον κατάλληλο εξοπλισμό (αναπνευστήρες κτλ.) είναι, από την άποψη του συστήματος υγείας, το πιο σημαντικό ζήτημα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε στην σημερινή υγειονομική κρίση.

Διάγραμμα 10: Εξέλιξη του αριθμού κλινών ανά 100.000 κατοίκους στην Ελλάδα 1983-2017

Πηγή: OECD

Όσον αφορά τις κλίνες ΜΕΘ με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία η Ελλάδα έχει περίπου 6 κλίνες ΜΕΘ ανά 100.000 κατοίκους την ίδια στιγμή που η Ιταλία έχει τη διπλάσια αναλογία και περισσότερο. Με το ξέσπασμα της υγειονομικής κρίσης, αναδείχθηκε επιπλέον ότι κλίνες ΜΕΘ από τις υπάρχουσες παρέμεναν κλειστές λόγω μη επαρκούς προσωπικού για τη λειτουργία τους.

Διάγραμμα 11: Κλίνες ΜΕΘ ανά 100.000 κατοίκους

Πηγή: Συλλογή δεδομένων από επίσημες πηγές από Peter Donaghy (Salmon of Data)- Data analyst.

Μπορεί με ασφάλεια πλέον να εξαχθεί ένα βασικό συμπέρασμα: η ένταξη της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς κάθε άλλο παρά βοήθησε στην διατήρηση δομών κάλυψης κοινωνικών αναγκών, όπως το σύστημα για υγειονομική περίθαλψη. Με την έλευση της κρίσης του 2008 και τις σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ακολουθήθηκαν για την αντιμετώπισή της, το σύστημα υγείας αποδυναμώθηκε σε έναν πάρα πολύ σημαντικό βαθμό.

  • Η επίδραση της κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης στους ρυθμούς θνησιμότητας ασθενών

Οι οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που επήλθαν την περίοδο της κρίσης είχαν σημαντική επίδραση και στην ποιότητα υπηρεσιών και την αποδοτικότητα του συστήματος υγείας. Η μείωση των δαπανών για την υγεία δεν αποτελεί απλά ένα θεωρητικό, στεγνά οικονομικό, ζήτημα. Η αποδυνάμωση αυτή συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες διαβίωσης και περίθαλψης του λαού, αφορά σε θανάτους και προβλήματα υγείας που θα μπορούσαν να αποφευχθούν.

Σε πρώτο επίπεδο, οι επιπτώσεις αυτές σχετίζονται με τον αριθμό των ανθρώπων που προσβάλλονται από νοσοκομειακές λοιμώξεις, την νοσηρότητα και τα επίπεδα θνησιμότητας. Σύμφωνα με έρευνες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης3 4 εκατομμύρια ασθενείς υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο εμφανίζουν νοσοκομειακή λοίμωξη στην ΕΕ, με εκτιμώμενο αριθμό θανάτων 37.000, ενώ η νοσηρότητα  από νοσοκομειακές λοιμώξεις στις χώρες της ΕΕ ανέρχεται στο 5% των εισαγωγών στα νοσοκομεία. Για την Ελλάδα οι δείκτες είναι καταιγιστικοί. Προσβάλλονται από νοσοκομειακές λοιμώξεις κατά μέσο όρο το 15% των ανθρώπων που έχουν εισαχθεί στα δημόσια νοσοκομεία, ενώ η θνησιμότητα από νοσοκομειακές λοιμώξεις είναι πάνω από 30% αυτών που έχουν προσβληθεί.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η διαχείριση του συστήματος υγείας από πλευράς κυβερνήσεων την περίοδο της κρίσης άφησε το αποτύπωμά της και στα επίπεδα θνησιμότητας ασθενών. Είναι γεγονός πως στα περισσότερα ανεπτυγμένα κράτη και στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες οι ρυθμοί θνησιμότητας βασικών ασθενειών που πλήττουν τους πληθυσμούς κινήθηκαν μειούμενοι, ως αποτέλεσμα της συσσωρευμένης ανάπτυξης της τεχνικής και της επιστήμης, αλλά και ευρύτερων παραγόντων που σχετίζονται με την ανισοκατανομή του πλούτου και των πόρων σε παγκόσμιο επίπεδο, την αύξηση των διατροφικών αγαθών και εμπορευμάτων στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό κ.ά..

Η εικόνα αυτή για την Ελλάδα αρχίζει να αλλάζει και οι τάσεις των προηγούμενων χρόνων αρχίζουν να αντιστρέφονται με την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας, που σηματοδοτούν ανακοπή του ρυθμού μείωσης της θνησιμότητας ασθενών. Αυτή η τάση αφορά ιδιαίτερα τις χρόνιες παθήσεις αλλά και συγκεκριμένες ηλικιακές κατηγορίες, κυρίως όσους είναι άνω των 65 (1 στους 5 στην Ελλάδα). Η αύξηση της θνησιμότητας για χρόνιες νόσους αφορά κυρίως τον διαβήτη και την χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, ενώ παρουσιάζεται και αύξηση της θνησιμότητας σε διάφορους τύπους καρκίνου (κυρίως καρκίνος του παγκρέατος). Ταυτόχρονα, παρατηρείται αύξηση των θανάτων  νοσούντων με νευρολογικές ή ψυχικές ασθένειες, αύξηση των θανάτων για τις ηλικίες άνω των 65 και ιδίως περιπτώσεων που συνδέονται με βασικές ασθένειες του καρδιαγγειακού ή του πεπτικού συστήματος, δηλαδή νόσων που σχετίζονται με τις συνθήκες διαβίωσης. Ιδιαίτερη αύξηση των επιπέδων θνησιμότητας ασθενών παρατηρήθηκε στο γυναικείο πληθυσμό, αναδεικνύοντας τις επιβαρυμένες επιπτώσεις των πολιτικών φτωχοποίησης και των αποτυχιών του συστήματος υγείας στις γυναίκες4.

Η εικόνα αυτή βέβαια δεν είναι ανεξάρτητη και από τις ίδιες τις επιλογές των μνημονιακών κυβερνήσεων και των κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αδυναμία παροχής ποιοτικού και αποδοτικού συστήματος υγείας εντάσσεται στον ίδιο τον προσανατολισμό των στρατηγικών που υλοποιήθηκαν. Στρατηγικές οι οποίες στο επίκεντρό τους είχαν τη στάθμιση κόστους και κέρδους που αποφέρει η οποιαδήποτε λειτουργία, ακόμη και αυτή της περίθαλψης. Η αποτυχία του συστήματος φέρει ειδικό βάρος όσον αφορά την πρόσβαση στην περίθαλψη ανθρώπων που πάσχουν από χρόνια νοσήματα, που έχει υψηλό κόστος και καταλήγουν ατύπως «μη αποδοτικά» βάρη για το σύστημα. Πολύ χαρακτηριστική η δραματική ανεπάρκεια, ακόμη και πριν την πανδημία, του δημοσίου συστήματος υγείας σε κρίσιμο εξοπλισμό όπως οι αξονικοί τομογράφοι, ανεπάρκεια που καλυπτόταν με τις παρασιτικές υπερχρεώσεις του ιδιωτικού συστήματος υγείας. Τις μεγαλύτερες επιπτώσεις των αποτυχιών του συστήματος φέρουν είτε κοινωνικές ομάδες που, ούτως ή άλλως βιώνουν μεγαλύτερους κοινωνικούς αποκλεισμούς, είτε πληθυσμιακές ομάδες που είτε βρίσκονται εκτός παραγωγής είτε αντιμετωπίζονται ως ομάδες μειωμένης παραγωγικότητας, όπως οι ηλικιωμένοι, ψυχικά νοσούντες κ.ά.  Χιλιάδες άνθρωποι, που έχουν τη μέγιστη ανάγκη από πρόσβαση στην περίθαλψη, μετά από μια δεκαετία ανάλγητων μεταρρυθμίσεων, καταλήγουν να θεωρούνται υψηλού ρίσκου «επένδυση», και πετιούνται εκτός των νεοφιλελεύθερων στρατηγικών για την υγεία.

  • Οι γιατροί στην Ελλάδα

Σε αντίθεση με τις οφθαλμοφανείς ελλείψεις και την συνεχή μείωση του νοσηλευτικού προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία, η Ελλάδα φαίνεται να έχει μεγαλύτερο αριθμό ιατρών ανά 100.000 κατοίκους τόσο σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Για την ακρίβεια, η Ελλάδα έχει 6.3 ιατρούς/ 100.000 κατοίκους την στιγμή που ο μέσος όρος της ΕΕ-28 είναι 3.6. Ωστόσο, ο υπολογισμός του αριθμού αυτού βασίζεται στους εγγεγραμμένους ιατρούς σε όλους τους ιατρικούς συλλόγους της χώρας, συνεπώς εμπεριέχει και τον αριθμό των ιατρών εκείνων, που αν και είναι εγγεγραμμένοι, είναι άνεργοι ή που εργάζονται στο εξωτερικό, στο βαθμό που δεν απεγγράφονται από τους εγχώριους ιατρικούς συλλόγους. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει πως ο αριθμός των ιατρών στην Ελλάδα και κατ’ επέκταση ο δείκτης ιατροί/κάτοικοι είναι υπερεκτιμημένος και πρέπει να ληφθεί υπόψη ο παράγοντας της ανεργίας και της μετανάστευσης.

Με βάση την ανακοίνωση του ΙΣΑ για το 2018 από τα 24.815 μέλη του τα 2.100 μέλη είναι δηλωμένοι άνεργοι, πρόκειται δηλαδή για μια ανεργία της τάξης του 8.5%. Επιπλέον, την ίδια χρονιά έγιναν 1.191 αιτήσεις έκδοσης πιστοποιητικών για εργασία στο εξωτερικό, δηλαδή αίτηση υπέβαλε το 4.8% των εγγεγραμμένων μελών. Με βάση αυτά τα στοιχεία προκύπτει ότι ο αριθμός των εργαζόμενων ιατρών στον ελλαδικό χώρο είναι πολύ μικρότερος από αυτόν που παρουσιάζεται τυπικά. Για το 2018, πάλι τα διαθέσιμα στοιχεία αναφέρουν τουλάχιστον 17.500 ιατρούς να εργάζονται στο εξωτερικό. Στο βαθμό που οι ιατροί αυτοί δεν απεγγράφονται από τους εγχώριους συλλόγους, στο σύνολο των εγγεγραμμένων αποτελούν ένα δυναμικό της τάξης του 26%. Λαμβάνοντας την πιο αισιόδοξη υπόθεση ότι η ανεργία στον κλάδο των ιατρών κυμαίνεται στο 5%, προκύπτει ότι το 31% των εγγεγραμμένων στους ιατρικούς συλλόγους της χώρας δεν εργάζονται στην Ελλάδα ή είναι άνεργοι. Συνεπώς, ο δείκτης ιατροί/κάτοικοι παρουσιάζει μια απόκλιση της τάξης του 30%. Με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις προκύπτει ότι ο πραγματικός δείκτης είναι 4.1 ιατροί/ 100.000 κατοίκους, αριθμός που κατατάσσει την Ελλάδα στην 6η και όχι στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Στη βάση αυτού του μύθου της πρωτιάς και υπερπαραγωγής της χώρας σε ιατρούς, υπονοείται συνεχώς στον δημόσιο λόγο πως υπάρχει «πλεόνασμα» στα δημόσια νοσοκομεία ή ότι δεν παρατηρούνται κενά με βάση τις υπάρχουσες ανάγκες. Χωρίς να υπάρχει μια συγκεκριμένη και συνεχής  καταγραφή ελλείψεων και κενών από πλευράς κυβερνήσεων και υπουργείου υγείας (για ευνόητους λόγους), κατά διαστήματα το Υπουργείο μέσα από ανακοινώσεις εμφανίζει έναν αριθμό κενών στα δημόσια νοσοκομεία, ειδικά για ειδικότητες που υπάρχουν τρανταχτές ελλείψεις, ενώ την ίδια στιγμή  συστηματικά τα σωματεία και οι σύλλογοι ιατρών καταγγέλλουν για ελλείψεις ιατρικού προσωπικού.

Είναι χαρακτηριστικό πως το 2014 η εκτίμηση για τις ελλείψεις σε ιατρούς στα νοσοκομεία ήταν 5.500 και πως το υπουργείο (επί Βορίδη) υποσχόταν 2.500 προσλήψεις για την κάλυψη των κενών. Με αυτή την έννοια ο αριθμός των ιατρών σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες είναι υψηλός, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι ο αναγκαίος προκειμένου να καλυφτούν οι ελλείψεις στα νοσοκομεία. Ταυτόχρονα στο Ε.Σ.Υ. τα χρόνια της κρίσης, πέρα από τις άμεσες περικοπές στα νοσοκομεία, ακολουθήθηκε και μια πλάγια μεθόδευση επί της ουσίας απολύσεων και μείωσης του προσωπικού, καθώς μετά τις αποχωρήσεις και τις συνταξιοδοτήσεις, δεν ακολούθησε ο αντίστοιχος αριθμός προσλήψεων.

Το ερώτημα που ανακύπτει τελικώς όσον αφορά το ιατρικό προσωπικό είναι το εξής: κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να καλύψει τις κενές θέσεις και τις ελλείψεις σε ιατρούς και, αν μπορεί, γιατί αυτό μέχρι σήμερα δεν έχει συμβεί.

Το ερώτημα του αν μπορεί να καλυφτεί το ιατρικό προσωπικό απαντιέται άμεσα αν κανείς εξετάσει τρεις παράγοντες: α) τον αριθμό των ιατρών που είναι άνεργοι β) τον αριθμό των αποφοίτων και τον ρυθμό αποφοίτησης γ) το μεγάλο δυναμικό των ιατρών που μεταναστεύει κάθε χρόνο προς υπόλοιπες χώρες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε ημερίδα του Ιατρικού Συλλόγου Αθήνας (ΙΣΑ) το 2015 ένας στους τρεις Έλληνες γιατρούς είναι άνεργος ή υποαπασχολείται, ενώ 7.340 γιατροί έχουν εγκαταλείψει την Ελλάδα από το 2009 μέχρι το 2015 μόνο από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθήνας. Πάλι για το 2015 σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ, 3.821 γιατροί ήταν επισήμως άνεργοι στην Αττική, ενώ από αυτούς δικαίωμα επιδόματος ανεργίας είχαν οι 1.259 που λαμβάναν περίπου 360 ευρώ τον μήνα. Σύμφωνα με διεθνείς δημοσιογραφικές πηγές από το 2009 μέχρι το 2014 έγιναν 25.000 απολύσεις σε υγειονομικό προσωπικό5.

Όσον αφορά των αριθμό αποφοίτων για το έτος 2015 ανέρχονταν στους 10.7 απόφοιτους ανά 100.000 κατοίκους. Στο διάγραμμα 12 αποτυπώνεται η εξέλιξη του αριθμού των αποφοίτων ανά 100.000 κατοίκους.

Διάγραμμα 12: Αριθμός αποφοίτων ιατρικής ανά 100.000 κατοίκους 1983-2016

Πηγή: OECD

Αν αναλογιστεί κανείς πως σήμερα έχουν γίνει 45.000 αιτήσεις στο Ε.Σ.Υ. από υγειονομικό προσωπικό, αλλά και το γεγονός πως ο αριθμός των ιατρών που μετανάστευσε στα χρόνια της κρίσης και είναι σήμερα στο εξωτερικο ξεπερνάει τους 18.000, γίνεται σαφές πως οι ελλείψεις και τα κενά θα μπορούσαν να καλυφτούν και μάλιστα με μεγάλη ευκολία με το υπάρχον επιστημονικό προσωπικό.

Χωρίς να αποτελεί αντικείμενο αυτής της παρέμβασης το brain drain, αποτελεί μια τεράστια αντίφαση το γεγονός πως υπήρξαν όλο το προηγούμενο διάστημα σημαντικές ελλείψεις σε ιατρικό προσωπικό και την ίδια στιγμή υπήρχε τεράστια εκροή ιατρών προς τις χώρες του εξωτερικού. Αυτό αντανακλά κυρίως την εφαρμοζόμενη πολιτική των καιρών των μνημονίων. Οι άθλιες εργασιακές συνθήκες, οι ελλιπείς υποδομές και κυρίως η μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης επηρέασε σε σημαντικό βαθμό και τον κλάδο των ιατρών. Ως απάντηση στην εργασιακή ανασφάλεια, τους χαμηλούς μισθούς και τις πιεστικές εργασιακές συνθήκες, ένα μεγάλο δυναμικό βρήκε διέξοδο προς την μετανάστευση. Οι ευθύνες λοιπόν βαραίνουν όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις που προώθησαν σκληρά νεοφιλελεύθερα μέτρα που υποβάθμισαν το υγειονομικό σύστημα αλλά και τους εργαζόμενους σε αυτό, υπονομεύοντας κάθε προοπτική για αξιοπρεπή εργασία και ζωή.

  • Ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος

Στα πλαίσια των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων σημαντικό ρόλο είχε η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα έναντι του δημοσίου, που χρόνια τώρα λοιδορήθηκε ως «γραφειοκρατικός». Για κάθε αναδιάρθρωση που είχε ως στόχο την ιδιωτικοποίηση δημόσιων τομέων και λειτουργιών αναπτύχθηκε από πλευράς των κυρίαρχων τάξεων και των μηχανισμών που τους στηρίζουν ένα βασικό επιχείρημα: ο δημόσιος τομέας είναι κοστοβόρος, επιζήμιος,  γραφειοκρατικός και τελικά αναποτελεσματικός, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα που θα συμβάλει δήθεν στην έγκαιρη, γρήγορη και αποτελεσματική παροχή ποιοτικών υπηρεσιών. Όλα αυτά υπό το πρίσμα των «καινοτόμων» αλλαγών που έχουν γίνει στις ΗΠΑ και στις χώρες της δυτικής Ευρώπης. Ωστόσο, η παταγώδης αποτυχία των νεοφελελεύθερων συστημάτων υγείας διεθνώς να αντιμετωπίσουν την κρίση, η πλήρης παράλυση του ιδιωτικού τομέα και των μηχανισμών της αγοράς μπροστά στα κρούσματα, έδειξαν με τον πιο γλαφυρό τρόπο την διάλυση που υπέστησαν τα συστήματα υγείας από το ιδιωτικό κεφάλαιο.

Η προώθηση αυτών των μεταρρυθμίσεων από πλευράς κυβερνήσεων μετατράπηκε στην πάλη μεταξύ του «εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού» που εκφράζει η ισχυρή ιδιωτική πρωτοβουλία, έναντι του αναχρονισμού που εκφράζει το «παλιομοδίτικο κρατικοδίαιτο δημόσιο».

Μάλιστα η προώθηση μέτρων ενίσχυσης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στον τομέα της υγείας αποτέλεσε το υπ’ αριθμόν ένα αντικείμενο του προγράμματος για την υγεία της ΝΔ, λαμβάνοντας την μορφή της προεκλογικής υπόσχεσης το 2019 λίγο πριν ανέλθει στην κυβερνητική εξουσία. Με βάση τις δηλώσεις-δεσμεύσεις του ίδιου του Μητσοτάκη προεκλογικά: «πρέπει να βάλουμε τους ιδιώτες στο σύστημα πρωτοβάθμιας περίθαλψης». Όπως λοιπόν έχει εξαγγελθεί από την κυβέρνηση, εντείνεται η κατεύθυνση για συνεργασία του ιδιωτικού τομέα και του δημόσιου για αγορά ιατρικών πράξεων και εξετάσεων, εισαγωγή ιδιωτών στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και ο συντελούμενος όλα αυτά τα χρόνια μετασχηματισμός του συστήματος ασφάλισης.

Αυτή η δέσμη μέτρων βέβαια δεν αποτελεί πρωτοτυπία της κυβέρνησης, αλλά μεταβολές που έχουν εν πολλοίς εφαρμοστεί στις περισσότερες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Για την ακρίβεια είναι στη βάση αυτών των μέτρων που τα συστήματα υγείας βρίσκονται πλήρως αδύναμα να αντιμετωπίσουν την πανδημία. Οι περίφημοι ιδιώτες «επενδυτές» και «αναμορφωτές» της υγείας, σήμερα που η υγεία του λαού διακυβεύεται, κρύφτηκαν, με το δημόσιο σύστημα να στηρίζει το βάρος της διάσωσης του λαού.

  1. Αποδυνάμωση του δημόσιου συστήματος υγείας: μια σκληρά ταξική πολιτική

Όπως αποδείχτηκε παραπάνω το σύστημα υγείας δέχτηκε τεράστια επίθεση την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού και ειδικά στη συγκυρία της ένταξης της Ελλάδας στους μηχανισμούς «στήριξης» και της κοινωνικής τραγωδίας των μνημονίων. Η αποδυνάμωση του συστήματος υγείας βέβαια δεν άγγιξε με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό τα κοινωνικά στρώματα. Ούτως ή άλλως, συνολικά η προώθηση σκληρών νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων και μνημονιακών μέτρων είχε τους νικητές και τους ηττημένους της. Η κυριαρχία της χρηματιστικής μερίδας του κεφαλαίου ή αλλιώς η υποταγή στους «νόμους  της αγοράς», αλλά και συνολικά η συντριπτική υπεροχή και συσσώρευση πλούτου στα χέρια των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων έναντι των δυνάμεων της εργασίας σφράγισε τη διεύρυνση των τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων. Αυτές οι ανισότητες αντανακλώνται στις υποβαθμισμένες συνθήκες διαβίωσης για τα εργαζόμενα στρώματα, αλλά και στον αποκλεισμό της πρόσβασής τους σε στοιχειώδεις κοινωνικές υπηρεσίες, σε αντίθεση με τις υπέρ του δέοντος πλουσιοπάροχες συνθήκες και ανέσεις που απολαμβάνει ένα πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού.

Με αυτήν την έννοια, η αποδυνάμωση του Ε.Σ.Υ. σήμαινε και σημαίνει δυσκολότερη πρόσβαση στην ιατροφαμακευτική περίθαλψη και στην ποιοτική φροντίδα για τα εργαζόμενα στρώματα και ιδιαίτερα τους ανέργους. Όπως αποτυπώνεται και στο Διάγραμμα 13, το χάσμα μεταξύ των ιατρικών αναγκών που δεν τυγχάνουν περίθαλψης μεταξύ των πιο πλούσιων και πιο φτωχών εισοδηματικά στρωμάτων από το 2011 και μετά μεγαλώνει με ταχύτατο ρυθμό.

Διάγραμμα 13: Ανισότητες στις ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες λόγω κόστους ανάλογα με το επίπεδο εισοδήματος 2008-2013

Πηγή: Health inequalities after austerity in Greece, Marina Karanikolos & Alexander Kentikelenis,

  International Journal for Equity in Health

Η πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η κάλυψη των ιατρικών αναγκών δεν εξαρτάται μόνο από την οικονομική διάσταση του ζητήματος (χαμηλό εισόδημα-ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες), αλλά και από τα γεωγραφικά προσδιορισμένα όρια στην πρόσβαση. Δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα το γεγονός πως τα νοσοκομεία αλλά και οι υπηρεσίες υγείας συγκεντρώνονται, ακολουθώντας την συγκέντρωση του κόσμου στις αστικές περιοχές. Στην Ελλάδα τα περισσότερα νοσοκομεία συγκεντρώνονται στις δύο μεγαλύτερες πόλεις Αθήνα και Θεσσαλονίκη, που όπως είναι λογικό έχουν τις περισσότερες ανάγκες, αφού εκεί ζει το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της χώρας. Ταυτόχρονα, όμως, το σύστημα υγείας εμφανίζει τρομακτικές ανεπάρκειες ως προς την διασπορά και δικτύωσή του στις υπόλοιπες περιοχές της επαρχίας και μάλιστα, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία σε δυσανάλογο βαθμό από ό,τι συμβαίνει στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ (Διάγραμμα 14). Τα στοιχεία σε αυτήν την περίπτωση αποδεικνύουν το εμπειρικό δεδομένο πως το χάσμα μεταξύ της πρόσβασης στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη μεταξύ των πόλεων αφενός και τις υπαίθρου και των απομακρυσμένων περιοχών αφετέρου είναι σημαντικό. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ένα μεγάλο τμήμα των στρωμάτων της επαρχίας (φτωχοί αγρότες, άνεργοι κτλ.) είτε θα καταφύγουν στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας ή  θα αναγκάζονται σε μετακινήσεις για την κάλυψη των αναγκών τους, είτε ακόμη χειρότερα δεν θα καλύπτουν τις απαιτούμενες ανάγκες της υγείας τους.

Διάγραμμα 14: Ανισότητες στην υγεία, ΕΕ, 2009 – Ανεκπλήρωτες ανάγκες για ιατρική εξέταση λόγω άνισης γεωγραφικής πρόσβασης σε υπηρεσίες (%)

Το τίμημα της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης, της μείωσης των δημόσιων δαπανών και της συνεχούς εφαρμογής μέτρων υπό την μέγγενη του χρέους το πλήρωσαν τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα. Αυτό δεν αφορά όπως φαίνεται μόνο την μείωση των μισθών, την δραματική αύξηση της ανεργίας και όλων των μέτρων λιτότητας. Αφορά και την υγειονομική κάλυψη και περίθαλψη των λαϊκων στρωμάτων. Βέβαια ο μύθος της μνημονιακής περιόδου που στηρίχθηκαν όλες οι κυβερνήσεις – ότι όλοι ανεξαιρέτως οφείλουν να «σφίξουν τα ζωνάρια» για να μην χρεωκοπήσει η χώρα είναι ακριβώς αυτό, απλά ένας μύθος για να συγκαλυφθεί το γεγονός πως την κρίση την σήκωσαν και την πλήρωσαν τα εργαζόμενα στρώματα. Την ίδια στιγμή, τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα είδαν την αύξηση των κερδών, αλλά και την αύξηση της ποιότητας του βιοτικού τους επιπέδου (στο διάγραμμα αποτυπώνεται καθαρά πως την περίοδο της κρίσης τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα αυξάνουν την κάλυψη των ιατρικών αναγκών τους). Υπό το πρίσμα αυτό, ένα ολοένα και αυξανόμενο τμήμα των λαϊκών στρωμάτων αναγκάζεται να καταβάλει ένα σημαντικό τμήμα του εισοδήματός του για τις ιατρικές του ανάγκες.

Διάγραμμα 15: Οι άμεσες δαπάνες από τους ασθενείς είναι πολύ υψηλές στην Ελλάδα

Πηγή: State of Health in the EU, Ελλάδα Προφίλ Υγείας 2017

Αναδεικνύεται με σαφήνεια και ενάντια στις κυβερνητικές αφηγήσεις της περιόδου εκείνης, αλλά και τις σημερινές, πως για τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές πρώτιστο ζήτημα ήταν η εξασφάλιση των κερδών μιας μειοψηφίας και σε καμία περίπτωση η υγεία του λαού. Οι αξιοπρεπείς συνθήκης ζωής των εργαζομένων και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη εγκλωβίστηκαν στον φαύλο κύκλο που δημιούργησαν τα μέτρα. Ενδεικτική είναι η πρόσβαση των ανέργων στην υγειονομική κάλυψη και οι κινήσεις των κυβερνήσεων μπροστά σε αυτό το ζήτημα. Η έναρξη της κρίσης σήμανε την συρρίκνωση της απασχόλησης μέσα από το τεράστιο κύμα απολύσεων αλλά και την αποσάθρωση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Αυτή η κατάσταση εκτίναξε την ανεργία από το 7.61% το 2008 στο δυσθεώρητο 27.8% το 2013 και αυτά τα στοιχεία με βάση τις μετριοπαθείς εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ και όχι την πραγματική κατάσταση. Λαμβάνοντας υπόψιν τα χαρακτηριστικά της ανεργίας στις περισσότερες χώρες της ΕΕ και στην Ελλάδα, το γεγονός πως η ανεργία λαμβάνει στάσιμα και μακροχρόνια χαρακτηριστικά συνεπάγεται μια τρομακτική κατάσταση για εκατομμύρια ανθρώπους.

Αυτή η κατάσταση έκανε πιο αναγκαία την ενίσχυση των δημόσιων δομών υγείας, ώστε να παρέχονται υπηρεσίες στους ολοένα και αυξανόμενους ανέργους. Με βάση τα στοιχεία της έρευνας Health inequalities after austerity in Greece6 ,  η στην Ελλάδα οι κυβερνητικές παρεμβάσεις επέφεραν μια μετατόπιση στην αύξηση των εισαγωγών στα δημόσια νοσοκομεία έναντι των ιδιωτικών κλινικών, ως αποτέλεσμα της μείωσης των εισοδημάτων των εργαζομένων. Συγκεκριμένα παρουσιάζεται μείωση στις εισαγωγές στις ιδιωτικές κλινικές  της τάξης του 30%, την ίδια στιγμή που παρουσιάζεται αύξηση της τάξης του 24% στις εισαγωγές των δημόσιων νοσοκομείων. Τι αυξημένες εισαγωγές στα δημόσια νοσοκομεία ως αποτέλεσμα αυτής της μετατόπισης, δεν ακολούθησε, όμως, αντίστοιχη ενίσχυση της χρηματοδότησης, αλλά αντίθετα δραματική μείωση όπως αποδείχτηκε στην αρχή. Παράλληλα, η απόκλιση του 6% αποτυπώνει εν μέρει τον πλήρη αποκλεισμό στρωμάτων από οποιαδήποτε περίθαλψη, δημόσια ή ιδιωτική. Χαρακτηριστικά, η ασφαλιστική κάλυψη των ανέργων περιορίστηκε μόνο στους 18 πρώτους μήνες της περιόδου ανεργίας, αφήνοντας ένα μεγάλο τμήμα επί της ουσίας χωρίς ασφάλιση. Σύμφωνα με δημοσιογραφικά στοιχεία, ο συνολικός αριθμός των ανασφάλιστων προσέγγισε τα 2.5 εκατομμύρια ανθρώπους7. Αυτό όχι μόνο δεν έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, των υποδομών, του υγειονομικού προσωπικού, του τεχνολογικού εξοπλισμού αλλά και των προστατευτικών ρυθμίσεων από πλευράς κυβερνήσεων για το μεγάλο αριθμό των ανασφάλιστων ανέργων, αντίθετα σήμανε την σκλήρυνση των κυβερνήσεων και την τυφλή υποταγή στη δημοσιονομική προσαρμογή.

  1. Το ελληνικό σύστημα υγείας μπροστά στην πρόκληση του κορονοϊου και η στάση της κυβέρνησης της ΝΔ

Αυτό είναι το σαθρό υπόβαθρο πάνω στο οποίο κλήθηκε σήμερα, με το ξέσπασμα μιας φονικής πανδημίας, το Ε.Σ.Υ. και το προσωπικό του, να στηρίξει στις πλάτες του μια υγειονομική κρίση. Αυτά είναι τα προβλήματα που και σήμερα εν μέσω της υγειονομικής κρίσης αντιμετωπίζει το σύστημα υγείας και οι εργαζόμενοι στην υγεία που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης. Οι υπεράνθρωπες προσπάθειες που καταβάλλουν καθημερινά για την διασφάλιση της υγείας του πληθυσμού οι γιατροί, νοσηλευτές, εργαζόμενοι στον υγειονομικό καθαρισμό, διοικητικοί νοσοκομείων, αποκτούν πολλαπλή σημασία κάτω από αντίξοες συνθήκες και τις τεράστιες ελλείψεις.

Η δυνατότητα του συστήματος υγείας να αντέξει όμως στις πιέσεις δεν καθορίζεται μόνο ή και αποκλειστικά από την φιλοτιμία που επιδεικνύουν οι ιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό σε αυτή την κρίσιμη κατάσταση. Η δυνατότητα του συστήματος να αντέξει στην πίεση καθορίζεται από το ποια είναι η κυβερνητική διαχείριση του υγειονομικού συστήματος, αλλά και ευρύτερα των μέτρων που κρίνονται αναγκαία. Σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ, που λειτουργούν ως εκπρόσωποι τύπου του Μητσοτάκη, επιλέγουν την αποσιώπηση γύρω από το ζήτημα των κενών του υγειονομικού συστήματος, μεταθέτοντας όλη τη συζήτηση στην ατομική ευθύνη των πολιτών.

Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός πως ο ελληνικός λαός επέδειξε υψηλό αίσθημα κοινωνικής ευθύνης, παράγοντας που συντέλεσε στον περιορισμό της διάδοσης του ιού. Ο εργαζόμενος κόσμος έχει δείξει την κοινωνική του ευθύνη και την αλληλεγγύη του στη κατάσταση της πανδημίας. Αυτό δεν αναιρεί την ανευθυνότητα της κυβέρνησης, που προκειμένου να μην ανατραπούν οι νεοφιλελεύθερες «κατακτήσεις» των μνημονίων, άφησε τους γιατρούς και νοσηλευτές άοπλους στη μάχη και επένδυσε αποκλειστικά στα μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων. Ακόμη και σήμερα, αρνούνται επιδεικτικά να ενισχύσουν το σύστημα υγείας. Είναι πιο εύκολο για την κυβέρνηση Μητσοτάκη να ενισχύσει με 11 εκατομμύρια ευρώ τους εργολάβους αυτοκινητοδρόμων, από το να προσλάβει άμεσα το αναγκαίο προσωπικό και να αυξήσει τη χρηματοδότηση του Ε.Σ.Υ.. Και σίγουρα είναι πιο απαραίτητο να εξαγοράσει τους καναλάρχες και την σιωπή των ΜΜΕ με 21 εκατομμύρια φοροαπαλλαγών, από το να ενισχύσει το σύστημα υγείας με αναπνευστήρες.

Όμως εμείς πρέπει να μιλήσουμε. Να αντιστρέψουμε το παιχνίδι του αποπροσανατολισμού από πλευράς κυβέρνησης και ΜΜΕ γύρω από το κεντρικό ζήτημα που θέτει επί τάπητος, παγκοσμίως, η πανδημία: την ενίσχυση των δημοσίων συστημάτων υγείας, την εξασφάλιση της πρόσβασης στην περίθαλψη καθολικά του πληθυσμού. Μέσα από τις ρίζες της κοινωνικής αλληλεγγύης που άπλωσαν μέσα στη ζοφερή συγκυρία της πανδημίας, πρέπει και μπορούν να γεννηθούν αγώνες για να εισπράξει ο νεοφιλελευθερισμός και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι τους καρπούς της συστημικής αποτυχίας τους. Να βγουν στο προσκήνιο οι ανάγκες της κοινωνίας.

  1. Ενδεικτικά, Rob Wallace, Big Farms Make Big Flu: Dispatches on Influenza, Agribusiness, and the Nature of Science, Monthly Review Press, 2016.
  2. ΟΟΣΑ και Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τα Συστήματα και τις Πολιτικές Υγείας: Η Κατάσταση της Υγείας στην ΕΕ, ΕΛΛΑΔA, Προφίλ Υγείας 2019
  3. Εφημερίδα «Καθημερινή», ηλεκτρονική έκδοση, Ένας στους δέκα νοσηλευομένους εκδηλώνει λοίμωξη, 12.2016
  4. Total and cause-specific mortality before and after the onset of the Greek economic crisis: an interrupted time-series analysis Ioannis Laliotis PhD, Prof John P A Ioannidis MD, Dr Charitini Stavropoulou PhD
  5. The Guardian, Patients who should live are dying: Greece’s public health meltdown,1.1.2017
  6. International Journal for Equity in Health, Health inequalities after austerity in Greece, Marina Karanikolos and Alexander Kentikelenis
  7. The Guardian, Patients who should live are dying: Greece’s public health meltdown,1.1.2017